Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Αητός πετρίτης έφυγε απ’ τα ψηλά τα όρη , για χάρη μίας περδικας , πληγές π ‘ επαρηγόρει . Και μόλις κλείσαν οι πληγές , χρόνους που τον ματώναν , εσκότωσαν την πέρδικα , τ’ όρη και τον μαλώναν. Γιατί οι πληγές που μάτωναν του αητού το σώμα , ήταν αυτές που λεύτερο τον κράταγαν , ακόμα.
Ηντα να πώ στη λύκαινα – νύχτα και τα’ ουρλιαχτό τζη , αίμα – ανάσα τα ‘ ουρανού , είναι το φυλακτό τζη.
Οντε θαν ‘ έρθω  θα’ ναι οσαν να φεύγω από σένα , θα είμαι εκεί , πολύ μακρά , στ ‘ όνειρου τα σπασμένα.
Ακόμα και η θάλασσα κάποτε τελειώνει , στην άκρη άπιαστων στεριών , η σκέψη που ματώνει .
Ούτε και γή μηδέ ουρανός , δεν το κατέουν τούτο , πότε θα μάθει η λογική , του όνειρου τον πλούτο.
Δεν εχεις ‘ συ τη δύναμη , τη ζήση μου να ορίσεις , για ‘γω θα στήσω παγανιά στ ‘ όνειρα πριν ξυπνήσεις.
Οντ ‘ απ ‘ τα τρίσβαθα του νού βρουχάται το σκοτάδι , δώσε του πόνου μαχαιριά , κόψε τον σαν υφάδι.
Κρυφή ακτίδα της αυγής , πόθους που ανταμ΄ωνεις , σκοτάδι που τους γέννησε και ‘συ , τους δυναμώνεις.
Οντ ‘ όσα είναι περιτά , πίσω εχεις αφήσει τότε μπαχάρι της αυγής , έχεις σ ‘ αυτή τη ζήση.
Νομίζεις είμαι άρριζος και όλο αλαργιεύω ; μα ‘γω τις ρίζες μου πανιά κάνω και ταξιδεύω.
Δεν εγεννήθη η μοναξιά γι ‘ αυτό σε θ ‘ αποθάνει , υπήρξε πριν απ ‘ την αρχή και τέλος δε τη πιάνει .
Φτέρη , της γης το χα’ι’δεμα και της αυγής το γέλιο , ποια ξωτικά σε μάγεψαν στης μοίρας το θεμέλιο.
Κτυφό τα’  ονείρου γύρισμα στης απαρχής τσι  τόπους , για να ‘ ρθω εκειά ταξιδευτής , θε να ‘βρω χίλιους τρόπους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου