Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

Ο στεναγμός οσο βαρύς , οσο βαθύς και να ‘ ναι , πόνου ανάσα ξεψυχά , καημών απου περνάνε.

Χάδι , κλαδί της ξαστεριάς , μαχαίρι εισαι πάχνης , κόβεις στα δυό τη μοναξιά στους ασκιανους που ψάχνεις .

Του σκοταφιού εμήνησα να στέκει μακριά σου και να μην στέλνει ασκιανούς μεσα στην αγκαλιά σου.

Αν θες να δεις τη ξαστεριά νυχτα να να μη κοιμάσαι και μερα να παλευεις την , κόπους μη συλογάσαι .
Δεν εχει ταέλος η νυχτιά , δεν εχει η μέρα άκρη κι ειν ‘ η ματιά σου απανεμιά στου στεναγμού το δάκρυ.
Μπαχάρι φρεσκοέτριψα να ρίξω στις στιγμές σου , να γίνουν κρασοκαυτερές οι νύχτες κι οι αυγές σου.
Πάνω στις πολεμίστρες τους σε κρεμαστά καστέλια , βγηκε ανθός της χαραυγής στου γέλιου σου τα τέλια.
Οι ρίζες μου είναι βαθιά , πολλά βαθιά στο χώμα , γι ‘ αυτό και τις ποτίζουνε οσοι ειν ‘ στον Αδη , ακόμα.
Ομιχλη γιάντα κρυβεις μου τους δρόμους να γνωρίσω , κόσμους κρυφους κι ότι ηξερα στο δείλι να χαρίσω .
Θέλω να μάθω , να ρωτώ , να ψάχνω και να βρίσκω , σε μακρινούς αστερισμούς , ας πάω και με ρίσκο.
Εδώ εβγήκε δυνατός ηλιος το μεσημέρι και ‘ συ μου λέγεις ψάχνεις ‘ με κρατώντας καντηλέρι.
Ηντα θαρρείς ; πως δε μπορώ τιμόνι να κρατήσω ; άνεμε , κι αν με έκανες φουρτούνες να μετρήσω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου