Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013


Ειν’ η ζωή σταλιά αλμυρη του ουρανού το δάκρυ , νερό καρδιάς ανε διψάς , αιώνια , διχως ακρη.

 

Ζεστού καφε η συντροφιά το βλεμμα της ψυχης σου , καπνού σιγοψιθύρισμα λόγια παλιά της γης σου .

 

Σκέψεις σκαλιά κι ο νους παιδί ανεβοκατεβαίνει , βήμα μικρό κι αμοναχό απ ‘ ασκιανούς που βγαίνει .

 

Φύσα αέρα δυνατά στου νου τις χαραμάδες , να γινει επανάσταση στης σκέψης τις κορφάδες .

 

Ειν’ η ζωή σταλιά αλμυρή , του ουρανου το δάκρυ , νερό καρδιάς ανέ διψάς , αιώνια , διχως ακρη.

 

Πνίγω στο φως των αστεριών τη πιο κρυφή κραυγή μου κι αν εκλεψες το αίμα μου , δεν εχεις τη ψυχή μου.

 

Χιλιες του νου μου χαραυγές και χίλιες της καρδιάς μου , του σκοταδιού μου ερωντα κι ανάσα της νυχτιάς μου.

 

Κι αν έχασες το δρόμο σου θυμήσου σου ‘ χα δώσει , μαχαίρι να μου το φυλάς τ’ όνειρο μη πληγώσει .

 

Σε αγαπάω πιο πολύ απ ‘ ότι αγαπά η αγάπη , λέξη μη λες μον ‘ νιώσε το , αυτό που θέλω να ‘ πει.

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2013


Αιμα τα’ αυγης σα μια κραυγή πονου απου γεννιέται , πονου απου γιατρευτηκε κι όμως δε λησμονιεται .

 

Καστρα του νοτου η ανοιξη που ‘ χει καταχτημένα , κρατούνε την ανασα μου χρονους μακρά ‘ πο μένα.

 

Αστρο της νυχτας σιωπηλό εις της αυγης την ωρα , ειν ‘ της καρδιάς μου ξενητιά των ομαθιών σου η μπορα.

 

Ο σεβασμός της λησμονιάς εις την αθιβολιά σου , ηλιογραμμένη ‘ πεθυμιά σα χάδι στα μαλλιά σου.

 

Δυό καταράκτες κρύσταλα , ψάξε μα δε θα βρεις τα, της εδικης μου της καρδιάς , τα θέλω  κι αν ποθεις τα.

 

Νερών θα γινω γητευτης το δάκρυ να γητεψω , στα ματια σου να μη φανεί , χρόνους κι αν καρτερεψω .

 

Ζεστού καφε η συντροφιά το βλέμμα της ψυχης σου , καπνου σιγοψιθυρισμα  λογια παλιά της γης σου .

 

Σκέψεις σκαλιά κι ο νους παιδι ανεβοκατεβαίνει , βήμα μικρο κι αμοναχό απ ‘ ασκιανούς που βγαινει.

 

Φύσα αέρα δυνατά στου νου τις χαραμάδες , να γινει επανασταση στης σκέψεις τις κορφάδες .

Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2013


Στου σκοταδιού τα ‘ αντάμωμα φως μου πριν ξεψυχησεις , κρύψου στο σωμα τα ‘ αστεριων , σαν ερωντας να ζήσεις.

 

…Κι αν φυγεις , αστρο μιάς στιγμης που ‘ πεσε μες ‘  τη λήθη , του νου η πένα σ ‘ εκανε των κάστρων παραμύθι.

 

Ανειπωτη ερώτηση η σκέψη μου στο νου σου , μπαχάρι στις αγορές τσ’ αυγης , καιει τους λογισμούς σου.

 

Τ’ αυγερινού το πέταγμα στο αιμα της αυγης του , ξεκινημα στο άπειρο , στο τελος , στην  αρχη του.

 

Σ ‘ όσα κομμάτια θρύψαλα η ζηση μου κι ανα σπάσει , θα γινουνε αθιβολιες στου έρωντα τη χάση.

(αθιβολιές : αναμνήσεις. Χάση : το τελος , το τελειωμα.)

Βροντή , κραυγη του κεραυνού , στου σκοταδιού το υφάδι , σκίζει τ’ αραχνοδιάφανο του στεναγμού σου χάδι .

 

Όλα τα ρόδα της αυγης σου τα ‘ χω χαρισμένα , ‘συ μόνο ξέρεις στη ψυχη ηντα κρατώ κλεισμένα.

 

(Η νυχτα)… λύνει τα μαυρα της μαλλιά μεσ’ τ’ ουρανου τ’ αλώνι και κοκκινίζει από ντροπή κάθε που ξημερώνει.

 

Αιμα τσ’ αυγης σα μια κραυγη πόνου απου γεννιέται , πόνου απού γιατρευτηκε κι όμως δε λησμονιέται.

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013


Μη σκιάζεσαι σκοτάδι μου το φως που ανασαίνεις , γιαντα ‘ ναι πάντα οι ακιανοί , τόποι να μ ‘ ανημένεις.

 

Στων αστεριών τα τρίσβαθα , στις χαρακιές του χρόνου , αν θα με ψάξεις θα με βρεις στη στάλα κάθε πόνου .

 

Οσα που ετραγούδησε τσ’ αγάπης το δοξάρι , να οδηγούν τα ζάλα σου στης ομορφιάς τη χάρη.

 

Οσοι ορισμοί κι αν λογιστώ , οσοι ορισμοί κι αν δώσεις , δέντρο, μαστίχας άρωμα , βγάζει αν το πληγώσεις .

 

Μαντεψε ηντα θα σου πω , φως μου μα και σκοτάδι , ανέμοι δρύδες δυνατοί , γητεψανε το χάδι .

 

Νύφη του κρύου θα σβυστείς στου ήλιου τις αγκάλες , ‘ κειός π ‘ αγαπάει χάνεται στης άβυσου τις σκάλες .

 

Γυμνού σπαθιού η ξαστεριά του κρύσταλου η χλωμάδα , γυμνές καρδιές π ‘ αναζητούν τα ‘ ονείρου την αρμάδα.

 

Στου νου σου τις αστροφεγγιές θα νυχτοπερπατήσω , για να θωρρώ τις σκέψεις σου δίχως να σε ρωτήσω .

 

Κρουσταλιασμένους άνεμους σ ‘ ένα ποτήρι πίνω , χιλιες νυχτιές σ ‘ αντάμωσα και χιλιες δυό σ ‘ αφήνω.

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013


Μη σκιάζεσαι σκοτάδι μου το φως που ανασαίνεις , γιαντα ‘ ναι πάντα οι ακιανοί , τόποι να μ ‘ ανημένεις.

 

Στων αστεριών τα τρίσβαθα , στις χαρακιές του χρόνου , αν θα με ψάξεις θα με βρεις στη στάλα κάθε πόνου .

 

Οσα που ετραγούδησε τσ’ αγάπης το δοξάρι , να οδηγούν τα ζάλα σου στης ομορφιάς τη χάρη.

 

Οσοι ορισμοί κι αν λογιστώ , οσοι ορισμοί κι αν δώσεις , δέντρο, μαστίχας άρωμα , βγάζει αν το πληγώσεις .

 

Μαντεψε ηντα θα σου πω , φως μου μα και σκοτάδι , ανέμοι δρύδες δυνατοί , γητεψανε το χάδι .

 

Νύφη του κρύου θα σβυστείς στου ήλιου τις αγκάλες , ‘ κειός π ‘ αγαπάει χάνεται στης άβυσου τις σκάλες .

 

Γυμνού σπαθιού η ξαστεριά του κρύσταλου η χλωμάδα , γυμνές καρδιές π ‘ αναζητούν τα ‘ ονείρου την αρμάδα.

 

Στου νου σου τις αστροφεγγιές θα νυχτοπερπατήσω , για να θωρρώ τις σκέψεις σου δίχως να σε ρωτήσω .

 

Κρουσταλιασμένους άνεμους σ ‘ ένα ποτήρι πίνω , χιλιες νυχτιές σ ‘ αντάμωσα και χιλιες δυό σ ‘ αφήνω.

Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2013


Θέλω δυό στάλες να ‘ μαστε ιδιας βροχης το δάκρυ , να γινουμε ένα μες ‘ τη γης στου στεναγμου την ακρη.

 

Ξύπνα αστέρι αυγερινέ αιμα τα’ αυγης και  ρώτα , γιάντα καρδιά μου τραγουδάς στο δάκρυ πρωτα πρωτα.

 

Υστερα από το υστερα και στο μετά του πόνου , πληγη ποιος ειδε που ‘ κλεισε στο πέρασμα του χρόνου .

 

Θελω να γινω γητευτης τα’ ανέμους να γητεύω , για να μου φέρουν πεθυμιές κι όνειρα που γυρεύω.

 

Στης λήθης τα ‘ αχνοφέγγισμα κοιμάται η μνημοσύνη και τ ‘ όνειρα πολεμιστες που μάχονται για ‘ κεινη.

 

Το φως του δρόμου, της ψυχης φτιάχνει το παραμυθι , στου νου τα καστροσύνεφα , φέγγουνε χιλιοι μύθοι.

 

Κόσμε τα ‘ αγγέλω απου ζεις στις στάλες τα ‘ αστεριων σου , στην άχνα σου ελπιζουνε τα  πλήθη των παιδιων σου.

 

Στου λογισμού τα ‘ ανταμωμα , στης σκέψης το μιτάτο, θανε σε βρω , αθιβολή , στο βλέμμα από κάτω .

Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013


Τόξα ανέμου και φωτιάς ονείρου σταυροδρόμι , αγάπες σα λιθοστρωτες φωνες που κι η σιωπή , φοβάται τις , ακόμη.

 

Σκιά μου και μη σκιάζεσαι στης σκεψης μου τους δρόμους , για δε σ’ αφήνω μοναχή στους άγραφους της νόμους.

 

Φωτιά κι αν σε αγάπησα το διάλεξα να γίνω , μια σπίθα απ’ τη φλόγα σου πριν στάχτη απομείνω.

 

Όλα είναι ομορφα απόψε που χαράσει , το  δρόμο της η μοίρα μου και όλα τα ταράσει .

 

Αγάπη μου και νυχτα μου και μέρα μου και φως μου , δε θα σκιαχτώ τους ασκιανούς , ομάδι σου , εντός μου.

(ομαδι : μαζι)

 

Βγαινει φωνή στη σιωπή , της νυχτας αστροπάχνη κι είναι μονάχος ασκιανός ο νους που ολο ψάχνει.

 

Θ’ αφουγκραστω εις της αυγης το φως που παγγέλει , ρίμες , τραγουδια και σκοπούς στη ρότα π ‘ ανατελει.

 

Στο θρο’ι’σμα του φεγγαριού ανατριχιαζει η νύχτα , προσάναμα τα όνειρα μεσ’ τη φωτιά του ρίχτα.

 

 

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2013


Τη νυχτα την αντάμωσα , μου ζητησε τσιγάρο , ευχή μου δίνει τ’ ονειρο , να ξεγελώ το χάρο .

 

Δίνεις σοκάκι στο θεό , δρόμο για τη ψυχή σου , οντε εσυ κι αμοναχός λυτρώνεις τη ζωή σου .

 

Του άνεμου χαραγματιά στο δάκρυ του λυγμού σου κι εγινε δυό κι έγινε τρις , δρόμοι του λογισμού σου .

 

Θα φυγω ετσά σιωπηλά μεσ’ της αυγης τη πάχνη , δρόμοι ανοιγονται πολλοί οντε η καρδιά τους ψάχνει .

 

Ο πόνος θελει να πονάς γι ‘ αυτό και κυκλους κάνει , σπάσε τους κύκλους και θα δεις , αυτός στο τέλος χάνει .

 

Ορτσα , κόντρα στον άνεμο με τη καρδιά παντιέρα , θέση δεν εχουν λογισμοί στης ζησης τη καλντέρα.

( καλντέρα : κοιλότητα που σχηματίζεται όταν υποχωρει τμήμα ενός ηφαιστειακού κώνου)

 

Της σκέψης μου απανεμιά το χάδι της καρδιάς σου , υφάδι χιλιοπλούμιστο το φως της αγκαλιας σου .

 

Δεν εχει λόγια η μιλιά σκέψεις σα ‘ νταμωθουνε , δύο ψυχες σε μια γροθιά που δε θα νικηθούνε .

 

Οσους χτυπάει ο καιρος τους βρισκει αγκαλιασμένους , με τη φωτιά , σα ποιητές σε χρόνους κολασμένους.

 

Οντε θα δεις τη χαραυγή να ‘ ναι συνεφιασμένη , θανε φυτρώσουν βότανα , σοδειά ευτυχισμένη .

 

Σβουρίζει η νυχτα κι υστερα σκέψεις – κλωστές υφαίνει , πλέκει με τ’ άστρη φορεσιά , στο νου που επιμένει .

Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2013


Με θύμηση σιωπηλη σα σερτικο τσιγάρο , μεθά η νύχτα τ’ ονειρο και γω θα το φουμάρω.

 

Δε θα ρωτησω αν νικηθω (γ)ή αν σαφή νικήσω , παντοτε επολέμαγα , παλι θα πολεμήσω.

 

Οντε ανθρώπου ο ανθρωπος ψυχή θα αποκτήσει , τοτε και γη και ουρανό μπορει νατ ακινήσει .

 

Δεν εχει η νύχτα δάκρυα μα της βροχής τις στάλες , χορευουνε ξυπολητες , μεσ’ της ψυχης τις σκάλες.

 

Για μια στιγμή μια αστραπή κανει τη πέτρα αμμο , σκιές που θρυματιζονται , γόπα που σβύνω χάμω.

 

Χαμένος αγγελος το φως απού περιπλανάται , στους ασκιανούς και τραγουδά στ’ ονειρο που κοιμάται.

 

Ηντα θαρρεις μπρε ζήση μου ; πως θα σκιαχτώ ; πλανάσαι ..

Θε να σου δωσω εγω μαθες , μύθους ν ‘ ανιστοράσαι.

(ανιστοράσαι : διηγησαι)

 

Ότι ποτέ δε ξέχασες θα πει πως είναι αλήθεια , κρυφες φωτιές που φώλιασαν σε πονεμένα στήθια .

 

Οντε θα σβύσει μιαν αυγη , άλλη σαφή γεννιεται , το χάραμα του ερωντα δυσκολα λησμονιεται.

 

Ζήλεψ’ η νυχτα της βροχης τις λικνιστες λαγώνες , την εκλεισε μεσα στο νου , στης σκεψης τους αυλώνες.

 

Είναι η μερα που περνά και μια ουλή του χρόνου ,μοιάζει χορδή που τργουδά τη γέννα ανθρώπου μόνου .

 

Μπουλγαρί : εγχορδο χανιώτικο μουσικο οργανο με ηχο γλυκο . ανήκει σους ταμπουράδες  με ανοιγμα στο πλάι και όχι μπροστα. Με το μπουλγαρί παιζανε τα ταμπάχανιωτικα , ρεμπετικα συρτα παραδοσιακα των Χανιων.)

 

Στης νύχτας το κορμί παλτό , η σιωπή της πάχνης , νέους θα βρεις αστερισμύς στη τσέπη της αν ψάχνεις.

 

Ηντα να σκέφτεται η νυχτιά κάθε που ξημερώνει , το φως που πρώτη σκοτωσε , τωρα τηνε σκοτώνει .

 

Αυλός είναι η θύμηση , τις σκέψεις τραγουδάει , σ ‘ ομιχλη , θεους και ξωτικά , νερα’ι’δα που κεντάει .

 

Πεφτει μελάνι στο χαρτί , η νυχτα και δακρύζει , τα ‘ αστρη ευχες για να γινούν , πεθαινουν το γνωρίζει .

 

Στα μονοπάτια που πατάς , στους δρόμους που διαβαίνεις , αγριο φως μη προσπερνάς , σκιές μη περιμένεις .

 

Γαία θεα δακρύβρεχτη και συμπαν μου πατέρα , ομορφοξόμπλιαστη βρόχη , στη σκεψη δωστε χέρα.

(δωστε χέρα : βοηθηστε)

 

Αστρη με την ανάσα σας , θολώστε τη καρδιά μου , μεσα στη πάχνη να κρυφτεί η στράτα τ’ ερωντά μου.

 

Δεντρι η αγάπη κι αντεξε στο κρύο και στο χιόνι , εκειά στην ακρα του γκρεμού και ολο δυναμώνει .

(εκειά : εκει)

 

Πλανεφτρα η σκέψη σα φωτιά στης σιωπης τη μέση , σπίθα , σε καιει κι ας σβυστεί , πανω σου σα θα πέσει.

 

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2013


Θεριο που γεννησε το φως και σκοτος δε φοβαται , ειν ‘ η καρδια οντ’ αγαπα , μεσ’ τη φωτια κοιμαται.

Σβυνει το φως μεσ’ της νυχτιας τις μαυρες βλεφαριδες  και στο φιλι σου μεθυσαν των αστεριων οι ακτιδες.

Ποσο μισω να σ’ αγαπω μα σου το λεω αληθεια , μη μ’ αγαπας , οσο κι αν θες, μοναχα από συνηθεια.

Αν της καρδιας τα’ ακρονυχα τα εχεις ματωμενα , θα πει πως εκυνηγησες , ονειρα δακρυσμενα.

Χιλιες ανασες μακρυα , χιλιες βροχες και πονοι , μα η ψυχη γαληνεψε κι ότι αγαπα ενωνει.

Ειν’ καταρακτης η χαρα και γελιο κρουσταλενιο , μοκρο παιδι π ‘ αγκαλιασε , φιλο μαργαριτενιο.

Μοιαζει με δεντρο η χαρα , στο κλαμα οντε φτανει , χιλιω λογιω τα χρωματα , περνει για να πεθανει.

Πετρα στα θε’ μελα του νου , ειν ‘ της καρδιας το λαθος, μαρμαρωμενο πελαγο . ‘ κειος που δεν εχει παθος.

Κι αν ηθελα να σ’ αρνηθω , να φυγω από κοντα σου , στο σταυροδρομι του καημου , θα περνω  τα φιλια σου.

Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013


Ποιος ρωτησε μου τη καρδιά πονο πως νταγιαντίζει , πως τ’ αναβόλεμα θωρρει στο δακρυ , μα πορίζει.

(νταγιαντίζει : αντεχει. Αναβόλεμα : ανηφορα. Ποριζει: προχωρά).

 

Κι αν με ρωτάς φεγγάρι μου απου ‘ σαι ‘εδά γερμένο ,δε θα πονώ κι αν κατεχα ηντα ‘ ναι το γραμμενο.

 

Σα του παλιού του καφενέ τις μυρωδιές μου μοιάζεις , ζωή μου , πονο , θύμησες και γέλιο που ταιριάζεις.

 

Κι όπως τελειώνει μια εποχή και άλλη ανατέλει , τσιγάρο αναβει η καρδιά , λευτερη να ‘ ναι θέλει.

 

Μια αγκαλιά ο λογισμός κι η ανάσα συντροφιά του , της νύχτας σέρτικος καπνός γδύνεται τη σκιά του.

 

Χώμα από τις θύμησες και δάκρυ θα μαζέψω , κούπα θα κάνω του κημού σα ‘ ρθει να τον φιλέψω.

 

Λένε πολλοί το αγνωστο πως σιγουρο δεν είναι , λέει η δικιά μου η καρδιά , άντε κι ότι εισαι γίνε.

 

Αγάπη της αγάπης μου και φως των ομαθιών μου , μην ειδες τη κρυφη πληγή των χίλιων λογισμών μου ;

 

Οντε τα πάντ αθα χαθούν , σκόρπια θα ‘ ναι λιθάρια , καστρο δρακοντοφύλακτο , τσ’ αγάπης σου τα χνάρια.

 

Υγρός νοτιάς μ ‘ αντάμωσε κι ηταν τα δακρυα του , της πούλιας θάνατος μικρος , π ‘ εδυσε στον οντά του.

 

Η μοιρα παιζει μπουλγαρί και γω την αφουγκρούμαι , μαυρη μουριά εγένησε πόνο π ‘ ανιστορούμαι .
( αφουγκρούμαι :ακούω .ανιστορούμαι : διηγούμαι

Φωτια θα βαλω στη φωτια ,τα ονειρα να καψω κι από τη σπιθα της , να δεις, απ ‘ την αρχη θ ‘ αναψω.

Ταξιδια ονειρευομαι σ’ ολης της  γης τα μερη , μα τα ξεχνω , οντ’ ο νοτιας , κοντα μου θα σε φερει.

Μοιαζεις πλατανι απου ζει , χρονια μεσ’ τους αιωνες και εχει ριζες δυνατες , π ‘ αντεχουν στους κυκλωνες.

Θα κανω σταχτη τη φωτια να γινει αποκα’ι’δια , ειν ‘ η ζωη πολυτιμη , δεν είναι μια απ’ τα’ ιδια.

Εσβυσα ότι εγραψα στα φυλλα της καρδια μου , καινουργιες βαζω κοντηλιες , της ζησης της δικιας μου.

Ανθος απανω στο βουνο που δε φοβαται  χιονια , ειν ‘ η καρδια οντ’ αγαπα κι ανε περνουνε χρονια.

Στο ξυπνημα του φεγγαριου , σωπαινουν οι ‘λιακτιδες , της ζησης μαυρομανικο . καθρεφτης ειν ‘ για ‘ κεινες.

Θα’ θελα να ‘ μαστε μαζι , καθως γυριζει η μερα , σε μιαν αυλη με γιασεμια, να σου κρατω τη χερα.

Ανθος στηνακρα του γιαλου , το πελαγο αγναντευει , που  να ‘ σαι και η σκεψη μου , εσενανε γυρευει.

Ο κεραυνος μια χαρακια , μεσ’ τα’ ουρανου τα στηθη , μερα  που ηταν σκοτεινη , ο μυθος εκοιμηθει.

Σα θες να ‘ βρεις, μη ψαξεις το , στην ακρη αυτου του κοσμου, όλα εντος μας τα ‘ χουμε , να το θυμασαι , φως μου.

Γυρισε παλι η νυχτια μεσ’ τα’ ουρανου τα καστρα και σου ‘ κλεψε τα ονειρα και εκανε τα, αστρα.Κι ακολουθω τα’ αστερισμους το δρομο μου να βριχνω και πεφταστερι γινομαι , στ’ αγαπης σου το λυχνο.

Θα πιω κρασι απ ‘ τη πληγη π’ ανοιξες στη καρδια μου , για να μεθυσω από ‘ σε , που ‘ σαι στα σωθικαμου.

Αερας γινε που φυσα , κοντρα μεσα στα ορη , ορτσα θα εχω τα πανια , εις της καρδιας τη πλωρη.

Σ’ ένα καταρτι πειρατη υψωνω τη καρδια μου κι ας την ανεμοδερνουνε , τα’ ονειρα τα δικα μου.

Αγαπη φως τα’ αυγερινου κι ανασα αυτου του κοσμου , στ ‘ αγγιγμα λευτερωνεσαι , σα μυρωδια του δυοσμου.

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2013


…Κι ετσι αρχιζει μια στροφή , της μοίρας παραμύθι , ο δράκος  πως εχάθηκε , στων λογισμών τη λήθη.

 

Λενε πως εχει  σιωπή στο μάτι του κυκλώνα , δάκρυ πληγης ενός δεντριού , πάγωσε στο χειμώνα.

 

Δύο κουβέντες  αν μου πεις φτανει να σε ακούσω , δράκους τρανους εχω , σαφη , δυναμη ν ‘ αποκρούσω .

(σαφή : αμέσως)

 

Του κάτω κοσμου η πεθυμιά κι η δύναμη τ’  απάνω οαδι κι αν εσμιξουνε , τα μάτια σου δε χάνω.

(ομάδι :μαζι)

 

Σα σε χορού τα βήματα τις θύμησες χορευω , μικρες χαρες και πεθυμιές μεσ’ τ’ αστρη τες γυρευω.

(θυμησες : αναμνησεις).

 

Οντε γεννήθηκε το φως , πονεσε το σκοτάδι , εβγήκε απ ‘ τα σπλάχνα του και τ ‘ αφησε σημάδι .

 

Στο πόνο βάζω χαρακιά , το φοβο τονε σβυνω , ένα σου χάδι τ’ οπλο μου και μάχη δεν αφήνω.

 

Ετοιμο δρόμο δε ‘ κλουθώ , τα ζάλα μου τον φτιαχνουν , γιατι σε όρη περπατώ που δρόμοι δεν υπάρχουν.

(‘κλουθώ: ακολουθώ. Ζάλα: βηματα)

 

Είναι ο ερωντας νυχτιά μ’ ένα θολό φεγγάρι , (γ)ή απου θα ‘ ρχεται βροχή , (γ)ή αέρας που θα πάρει.

 

Ηντα να πεις στο δάκρυ μου απού νικά νομίζει , δεντρο χειμώνας π’ εκοψε , ανοιξη ξανανθίζει.

 

Εδιψασε το πελαγος και το νερο του εχαθη , στων ομαθιων σου τις πηγες και της καρδιας τα βαθη.

Ανοιξα το παραθυρο , γαλαζιο ν ‘ ανασανω , σα με κοιταζεις , ουρανο , εχει η καρδια μου , απανω.

Μια ριζα απου εβγαλε διδυμο το κλωναρι ειν ‘ η φιλια’ που λαμπει ωσαν , να ‘ ναι μαργαριταρι.

Στου φεγγαριου τα ριζιμια , κρυγιο νερο κοιμαται , νερα’ι’δες κι αστερισμοι ,τα’ αγαπης μη ξεχνατε.

Χα’ι’δεψε ο ανεμος το φως κι ανασαναν τα ορη, ψυχες που συναντηθηκαν , στου λογισμου τη πλωρη.

Λεξεις που λενε τα’ ονειρα κι η θαλασσα απανταει , φυλλα που πηρε ο ανεμος , ότι η καρδια ρωταει.

Ηπια νερο απ ‘ τα ματια σου ,ηλιο απ’ τη καρδια σου , οι κλωνοι της αγαπης σου , μου ‘ δωσαν τη δροσια σου.

Ξανα ανασανε το φως μεσ’ της ψυχης τα μερη και σα τζιτζικι η καρδια , χτυπα το μεσημερι.

Σα τα πουλια π’ ως πιουν νερο σηκωνουν το κεφαλι , ευγνωμονουνε δυο καρδιες , απου ‘ χει η μια την άλλη.

Ανεμισε τις , ο βοριας , του νου τις βλεφαριδες , κα’ι’και οι σκεψεις ξεκινουν , στου ηλιου τις ακτιδες.

Αν και εθυμωσα του νου , καρδια σε συγχωραω , γιατι εχεις μεσα σου βαθια , εκεινον π’ αγαπαω.

Μεγαλη θαλασσα η ζωη και ‘μεις της  αμμου κοκκοι , ότι θα δωσεις της καρδιας , να ξερεις θα σου δωκει.

Ισως να ‘ ρθει παλι βροχη κι ηλιος να βγει στα ορη  κι ισως τα αστρη της νυχτιας , δικια τους μ ‘ εχουν κορη.

Εσυ που τα’ ηλιους κυβερνας , που λουζεις το φεγγαρι , εχε μας στην αγκαλη σου και στη δικια σου χαρη.

Όπως τα κυμματα ,σκληρα ,  χτυπουν πανω στο βραχο , ετσα και ‘ μενα οι καημοι δε μ’ αφησαν μοναχο.

Ακροβατω σ’ ένα σχοινι απου δεν εχει ακρη κι είναι ο καημος μου , ποταμος, μεσ’ τα’ ουρανου το δακρυ.

Δεν ειν ‘ ανθου τα πεταλα απου μοσχοβολουνε , είναι ψυχη π’ ανδρευεται , στα χρονια που περνουνε.

Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2013


Η μερα ξεντυθηκε το φως κι αμεσως νυχτα εγινει , μαγισσα με δυο προσωπα , τα’ αγαπης σου η δυνη.

Σε διστρατο αν θα βρεθεις και δε νογας που εισαι , παρε τη στρατα της ψυχης , απου σου λεει ζησε.

Να ‘ μουν πετροχελιδονο να’ ρθω το καλοκαιρι κι αποης μεσ’ τη χειμωνια , να φευγω σ’ αλλα μερη.

Στο πεισμα ολων των καιρων , κοιτα το περιστερι , απου περναει τη ζωη , μ’ ένα μοναχα ταιρι.

Αν μοιραστεις τη μοναξια , στα δυο αν τη κοψεις , θα δεις δεν είναι μονη της , εχει κι αυτή δυο οψεις.

Όπως ανθιζει ο ανθος στ’ ηλιου το μαξιλαρι , ετσα ν ‘ ανθιζει η νιοτη σου , να ‘ ναι μαργαριταρι.

Οντε γεννιεται μια ψυχη , γεννιεται η πλαση ολη  και παιζει λυρα η αυγη , στ ‘ αγαπης το περβολι.

Καστρι ψηλο και απαρτο π ‘ αγγιζει τα ουρανια , ειν ‘ η ψυχη οντε τιμη ν, εχει και περιφανεια.

Εξενητευτηκε ο καημος απ ‘ της ψυχης τα μερη , καρπος απου μεγαλωσε στου χρονου το λημερι.

Δε σε μυριζω γιασεμι , μοναχα να θωρρω σε, μη χασεις την ανασα σου και μαραθεις , χαρω σε.

Εις της ψυχης σου τον οντα’ θα ‘ ρθω να γαληνεψω , απ ‘ εχει φως , αεριδες  κι αν τον χτυπουν απ ‘ εξω.

Θανε φυλαξω τους καημους στου ηλιου το μετοχι , να ‘ χουνε φως να ‘ λιαζονται , πικρη μην είναι λογχη.

Εμαζεψα απ’ το μπετι σου λογιω λογιω κορφαδες κι εφτιαξα ορη λευτερα, στου νου μου τις αραδες.

Φυσηξε η ανασα σου , ανεμο στα πανια μου και εξεκινησε η ψυχη , ταξιδι στ’ ονειρα μου.

Ειδα στα φωτα του βορα’ μια υφαντρα να υφαινει , να πλεκει αστρα κι ερωτες , κλωστη να μην της μενει . και πηρε υστερα το φως , απ ‘ τ’ ουρανου το βλεμα και ειδε μεσ’ τα ματια σου , του κεραυνου το αιμα.

Ειδα τα σταχυα , θαλασσες στο φως να κυμματιζουν , καημους που κοβει ο θεριστης , γη και νερο χαριζουν.

Εχει η καρδια σου απλοχωρια μα μεσα δε με βαζεις , ηντα τη θελεις τη πηγη , νερο χωρις να βγαζεις.

Δεν την οριζω την καρδιά , αφέντη αυτή δεν εχει , πάντοτε δρομους ακλουθά , που μόνη τους κατέχει.

(κατέχει : ξερει)                                                                                   

 

Δυναμη εχει η ψυχη οντε τηνε κατεχεις  και οντε δε θα φοβηθεις ότι εντος σου εχεις.

(οντε : όταν)

 

Θελω δε θέλω θα σκεφτω , μπορει να μετανιωσω , μα θα ‘ χω κανει μια στιγμη αιωνια, σα σε νιωσω.

 

Αν ηξερα τι θα πρεπε δεν θα ‘ σουν στο μυαλο μου , μα εισαι μεσα στη καρδιά , κοντρα στο λογικό μου.

 

Κάθε φωνη μια αγκαλια , των ασκιανών βοτανι , δακρυ πικρό που έβρηκε ματιά να το γλυκάνει .

(ασκιανων :σκιών)

 

Φυσά ο αέρας μιάν αρχη που φευγει απ ‘ ένα τέλος κι πεθυμιά είναι χορδή , στο φως που ριχνει βέλος .

 

Θα πρεπει πρωτα να χαθεις για να βρεθεις σε μερη , που ‘ ναι δικά σου κι άγνωστα , μα η καρδιά τα ξέρει .

 

Καστρο απού ‘ ναι δυνατό δεν είναι κλειδωμένο , φοβούνται οι δράκοι να διαβούν κι αν ειν ‘ ερηπωμένο . Εχει στρατο από ψυχες που ερχονται απ ‘ τον Αδη , τις σέβονται οι ασκιανοί στου χρόνου το υφάδι .

 

Οντε γεννηθηκε το φως , πόνεσε το σκοτάδι και τη ψυχη του καθενός ζητάει κάθε βραδυ.

 

Σε τεντωμένη μια χορδη , εκλεψα το ρυθμό σου και ακροβάτης εγινα , ομιχλη στο λυγμό σου.

Φλυαρη είναι η σιωπή κι η νυχτα τη σκεπάζει , κλεινει τα μάτια η καρδιά κι ότι ειπε δεν αλλάζει .

 

Ομορφομαγεμενη μου φωτια της αναπνιάς μου , στ ‘ αδράχτι ριχνω μια στροφη , τερμα της καταχνιάς μου.

 

Μόνος του είναι ο αητος γι ‘αυτό ψηλα πετάει , για να μη δει ποτε κανεις , το δάκρυ οντε κυλάει .

 

Ποιος ειδε και ποιος ακουσε μια νυχτα ένα αηδόνι , χαμενο δακρυ να λαλει , στων αστεριων τ ‘αλώνι.

 

Στεκω στη ακρη  της σκιάς και παραπερα ο χρόνος , κυκλος σα μιάν αναπνοή , καθής που παίρνει μονος.

 

Καπνος τσιγάρου ο ουρανος και σταχτη που πετάει , θα ‘ ναι χαμένος αητος  στο πονο που βαστάει.

 

Στο γεμισμα του φεγγαριού αλλάζουνε οι χρονοι , πεθαίνουν τα ‘ αστρη πριν γινούν , δάκρυ που τελειωνει.

 

Είναι η καρδιά μου  δυό σταλιες σε μιάς ρακής τη κούπα , πινει ο πονος μονομιάς και στην υγεια  μας , του ‘ πα.

 

Αναδιπλώνονται οι καιροι σε μιάς στροφης τα ζάλα , κι ος είναι πρωτοχορευτης δικα του φτιάχνει αλλα.

(ζάλα : βήματα)

 

Στ ‘ ονειρου τα ‘ αναβόλεμα στις στράτες των ευχων μου , σα δροσουλιτης τριγυρνω τα’ αυγες των λιγισμων μου .

(αναβόλεμα :ανηφόρα. Δροσουλιτης : μυθος σφακιανος που αναφερεται σε φαντασματα πολεμιστων που βγαινουν κάθε αυγη καβαλαριδες στο καστρο των Σφακιων , στη περιοχη Φραγκοκαστελο)

Είναι γλυκο τα ‘ αποβραδο , ησυχο , όμως ‘πε μου , αν θα σε δω στα ονειρα, που εκανα ποτε  μου.

Σ’ ένα βυθο , που σα σεβντας , ποθει να σε μαγεψει, σε νανουριζει τα’ ονειρο , μα ‘συ εχεις μισεψει.

Ησουν δεντρι και σ ‘ εκοψε , του κεραυνου η μπορα, τωρα διαβαινεις , περπατας, στων  ασκιανων τη χωρα.

Αναρωτιεμαι , των καιρων , τα εχει και τα θελω , ποια μοιρα να τα εγραψε , της βγαζω το .. καπελο.

Καμπανες μεσ’ το σουρουπο κι ο ηλιος που κοιμαται , που ‘ ναι η ψυχη σου , πως περνα  και που περιπλαναται.

Αχτιδες τ’ ηλιου , της βροχης τις σταλες , τις χα’ι’δευουν , των ομαθιων σου χρωματα, μεσα τους ταξιδευουν.

Σ’ ειδα με τη ματια του νου και γεμισα ελπιδα , πουλι βρεγμενο που ‘ φυγε , μεσ’ απ ‘τη καταιγιδα.

Εισαι βιγλατορας ψηλα , στο εμπα της ψυχης μου και τη φυλας απ ‘ το καημο , της ζησης , της δικης μου.

Γαρδενια μου ολανθιστη και μοσχομυρισμενη ‘συ μονο ξερεις , τη καρδια γιαντα κρατω κλεισμενη.

Κοσμε απεραντα μικρε κι αγαπη μου ‘φευγατη’ , τα λογια είναι ομορφα , όταν σημαινουν κατι.

Χαρακωσε ο ανεμος τις μπορες τσι ψυχης μου  κι αποης βγηκε ξαστερια , στα ορη της ζωης μου.

Εγω κλουβι δεν ακανα ποτε μου τη καρδια μου , μητε για ‘ σε αγαπη μου , γι , για την αφεντια μου.

Περνανε χρονοι και καιροι , φεγγαρια και αστερια κι ανε γυριζει ο τροχος ειν ‘ μεσ’ τα δυο σου χερια.

Θανε σε δω στα πελαγα , σαν αλμυρη σταγονα , που καιγεται ηλιοφωτη , χαμενη στον αιωνα.

Ανατριχιαζει η καρδια , κοντα σου σα σιμωνει κι ακουγεται σα το σφυρι , απου χτυπα στ’ αμονι.

Ανε γενει ο αναμος πετρα που θα ραγισει , θα σε ξεχασει κι η καρδια , στ’ ονειρου της τη δυση.

Ανε γινοσουν θαλασσα και ‘γω βυθου πετραδι , στων καθαρων σου των νερων , να λουζομαι , το χαδι.

Τετάρτη, 9 Ιανουαρίου 2013


Στη βούργια βάζω τση καρδιάς του ερωντα τα πάθη κι ως είναι χιλιοπλούμιστη , πικρες κρυβει και λάθη.

Γυαλί σπασμένο η μοναξιά σε χιλιαδυό κομμάτια , χορευω εγω ξυπολητη , κοιτόντας ‘ σε στα μάτια.

Ηλιος φεγγάρι φεγγουνε , δινουν την εμορφιά τους , γελουνε , μα δεν εχουνε ταίρι στη μοναξιά τους.

Δεν εχει ταιρι η μοναξιά , για να μην είναι μονη , φωλιάζει νυχτα στις καρδιές , ετσά , να μη κρυώνει.

Αν σβύσει η νυχτα και χαθεί , δε θε να ‘ ρθει η μέρα , δε θα ‘ χει ο χρόνος εμορφιά κι ονειρο εκει πέρα.

Χατήρι εγω του λογισμου να ξερεις δε θα κάνω γιάε τα μαυρομανικα φτερά στους ωμους πάνω.

Νυχτιά ειν ‘ η αγάπη σου , αλητισα κι αγία , μα ‘γω την εχω φυλακτό , κατάρα κι ευλογία.

Σαν αγριος πολεμιστης που κονταροκτυπιέται , είναι η καρδιά που πονεσε μα όρθια κρατιέται.

Αντιθετοι άνεμοι ειμαστε κι αντίθετα φυσούμε , βοριάς εγω , νοτιάς εσυ , γι ‘ αυτό θ ‘ ανταμωθούμε.

Μαχαιρι βάζω στη φωτιά που καίει τη καρδια μου και τα ‘ ακουμπάω στη πληγη , να κλεισει , του σεβντά μου.

Ιδρωσε η λόγχη του ματιού , αλλα δεν ηταν δάκρυ , ψιχάλα σκεψης ητανε στου λογισμου την άκρη .

Ως νεφη που γνωρίζουνε του κεραυνού το αιμα , λόγια μου λεει η σιωπή , με της ψυχης το βλέμα.

Ειν ‘ η ζωη κρυγιο’ νερο , να πιω να ξεδιψασω , κι οντ’ αποπιω και δροσιστω , στο φως τσ’ αυγης να φτασω.

Είναι παραξενοι οι καιροι σα βγαινουν απ’ το δρομο , απου εχαραξ ‘ η καρδια κι απ το δικο της νομο.

Αξια εχει λευτερα μονο να συλλογασαι , σε δυσκολους και σκοτεινους καιρους, να μη κοιμασαι.

Ανταρτισσα είναι η ψυχη μα δε το μετανιωνω , παλευει μ ‘ ολους τους καιρους κι αντεχει και τον πονο.

Γιασεμι μου , οντε πλυθεις και χτενιστεις στου ηλιου το κατωφλι , χαιρετ ‘ ο νους μου , σα πουλι , π ‘ εσπασ’ εδα το τσοφλι.

Χορευω ζαλα της βροχης , κρατω ‘σε απ ‘ τον ωμο κι η σκεψη μου ειν ‘ ομαδι σου , στου φεγγαριου το δρομο.

Αναμαζωνω τον θυμο μα οντε τον αφησω , μπορα θα φερει , κεραυνους , φωτια που δε θα σβυσω.

Δακρυ που κρυβεσαι στο φως και βγαινεις οντε βρεχει , σταλα να μοιαζεις  του νοτια , κανεις να μη κατεχει.

Δεν ημπορει το αδικο , το δικιο να προσβαλλει , αγριμι που πληγωνεται , δεν σκυβει το κεφαλι.

Αν ξεραθει η θαλασσα κι ο ηλιος οντε σβυσει , στου νου μου τις πανεμιες , η αγαπη θα ‘ χει δυσει .

Ωσαν τον ηλιο , ξαφνικα , σταλες απου τον σβυνουν , αγαπες απου εφυγαν , πονο γλυκο αφηνουν.

Πονω μα πισω δε γυρνω , σου στεναγμου τη χωρα, τη πορτα της αγαπης μου , κλεινω και φευγω , τωρα.

Λενε τη πετρα τη σκληρη , κρυγιο νερο τη λιωνει , μα τη καρδια που πετρωσε , δακρυ δε μαλακωνει.

Γκρεμος ανοιγετ ‘ απ ‘ τη μια , αβυσσος απ’ την άλλη και ‘γω στην ακρη του γκρεμου , τα’ αβυσσου την αγκαλη.

Εχω φωτια μεσα στο νου , φωτια και στη καρδια μου , δε θα στο δειξω κι ας πονω, το δακρυ, στη ματια μου.

Εναι μεγαλη η θαλασσα , μα θα τη ταξιδεψω , απ’ τα’ ονειρο την ομορφια , μια μερα θα  τη κλεψω.

Είναι μεγαλος ο καημος και πώς να τον μερεψω , να βρω του πονου τη πηγη , σαφη να τη στερεψω.

Του πονου επαρηγγειλα , μη σ ‘ εχει στο μυαλο ντου , σε ‘ με να στειλει αντι για  ‘ σε , το δακρυ το δικο ντου.

Εβγαλ ‘ από τον κορφο μου , καυτο νερο κι ατσαλι και πληγωσα τον ανεμο , της μνημης που ‘ ρθε παλι.

Σα ξεθωριασει η καρδια κι ο νους σιμα ‘ κλουθει τζη , καψε το γκριζο κι αναψε , ζωη απ ‘ την αρχη τζη.

Να ‘ ταν ο κοσμος χαραυγη κι η ζηση μιαν ημερα  ‘θελα να εχω ότι αγαπω , μεσ’ τη ζερβη μου χερα.

Πολλα συμβαινουν στη ζωη , μα να το ξερεις όμως , το μονοπατι της καρδιας , είναι ο μονος δρομος.

Χορεψα μεσα στη φωτια , που ‘ καιγε στα τραγουδια , γυρισ’ ο χρονος τ ‘ αστεριων , μεσ’ τ’ ουρανου τη βουργια.

Τ’ αδικο δεν ευλογισε κανεις σ ‘ αυτή τη ζηση , σε ‘ κεινον που το επραξε , σε ‘ κεινον θα γυρισει.

Αγαπη μου , αστερι μου και της ψυχης μου ακρη , συνεφο που πληγωθηκε στου κεραυνου το δακρυ.

Ροδο μου μοσχομυριστο , πλατυ βασιλικε μου , το αρωμα σας στειλτε του , το βραδυ , απ’ το μπαξε μου.

Δρομος που δεν γνωριζεις τον , σαφη θα σ’ οδηγησει , εκει που θελει η καρδια κι ο νους δε θα τολμησει.

Το προβλημα κι η λυση του μαζι πανε κι ομαδι , αρκει ξυπνωντας την αυγη , μην εχει ο νους σκοταδι.

Ειν ‘ η ψυχη που εφτασε , σαφη σε σταυροδρομι , δεν ξερει πουθε οδηγουν τα ονειρα ακομη.

Κι ανε κουρσεψουνε το νου , ψυχη δε σε κουρσευουν , του μαγικου σου του βυθου τα μυστικα γυρευουν. Δεν θα τα βρουνε στο νοτια γι αν στο βορια τα ψαξουν , είναι κρυμενα εκει π’ αετοι , φοβουνται να πεταξουν.

Κάθε σταγονα που κυλα μοιαζει μ ‘ ουρανιο τοξο, γι είναι δακρυ , γι βροχη τη καταχνια θα διωξω.

Μεσα στο φως σου περπατω , στους ηλιους σου διαβαινω , ξεχνω τα λογια της βροχης , στο νου σου οντε μπαινω.

Μαθε μ ‘ απλα το πώς να ζω , μερα με την ημερα , να βλεπω φως και να γελω , να πλεω στον αερα.