Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2013


Με θύμηση σιωπηλη σα σερτικο τσιγάρο , μεθά η νύχτα τ’ ονειρο και γω θα το φουμάρω.

 

Δε θα ρωτησω αν νικηθω (γ)ή αν σαφή νικήσω , παντοτε επολέμαγα , παλι θα πολεμήσω.

 

Οντε ανθρώπου ο ανθρωπος ψυχή θα αποκτήσει , τοτε και γη και ουρανό μπορει νατ ακινήσει .

 

Δεν εχει η νύχτα δάκρυα μα της βροχής τις στάλες , χορευουνε ξυπολητες , μεσ’ της ψυχης τις σκάλες.

 

Για μια στιγμή μια αστραπή κανει τη πέτρα αμμο , σκιές που θρυματιζονται , γόπα που σβύνω χάμω.

 

Χαμένος αγγελος το φως απού περιπλανάται , στους ασκιανούς και τραγουδά στ’ ονειρο που κοιμάται.

 

Ηντα θαρρεις μπρε ζήση μου ; πως θα σκιαχτώ ; πλανάσαι ..

Θε να σου δωσω εγω μαθες , μύθους ν ‘ ανιστοράσαι.

(ανιστοράσαι : διηγησαι)

 

Ότι ποτέ δε ξέχασες θα πει πως είναι αλήθεια , κρυφες φωτιές που φώλιασαν σε πονεμένα στήθια .

 

Οντε θα σβύσει μιαν αυγη , άλλη σαφή γεννιεται , το χάραμα του ερωντα δυσκολα λησμονιεται.

 

Ζήλεψ’ η νυχτα της βροχης τις λικνιστες λαγώνες , την εκλεισε μεσα στο νου , στης σκεψης τους αυλώνες.

 

Είναι η μερα που περνά και μια ουλή του χρόνου ,μοιάζει χορδή που τργουδά τη γέννα ανθρώπου μόνου .

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου