Σάββατο, 12 Ιανουαρίου 2013


Ποιος ρωτησε μου τη καρδιά πονο πως νταγιαντίζει , πως τ’ αναβόλεμα θωρρει στο δακρυ , μα πορίζει.

(νταγιαντίζει : αντεχει. Αναβόλεμα : ανηφορα. Ποριζει: προχωρά).

 

Κι αν με ρωτάς φεγγάρι μου απου ‘ σαι ‘εδά γερμένο ,δε θα πονώ κι αν κατεχα ηντα ‘ ναι το γραμμενο.

 

Σα του παλιού του καφενέ τις μυρωδιές μου μοιάζεις , ζωή μου , πονο , θύμησες και γέλιο που ταιριάζεις.

 

Κι όπως τελειώνει μια εποχή και άλλη ανατέλει , τσιγάρο αναβει η καρδιά , λευτερη να ‘ ναι θέλει.

 

Μια αγκαλιά ο λογισμός κι η ανάσα συντροφιά του , της νύχτας σέρτικος καπνός γδύνεται τη σκιά του.

 

Χώμα από τις θύμησες και δάκρυ θα μαζέψω , κούπα θα κάνω του κημού σα ‘ ρθει να τον φιλέψω.

 

Λένε πολλοί το αγνωστο πως σιγουρο δεν είναι , λέει η δικιά μου η καρδιά , άντε κι ότι εισαι γίνε.

 

Αγάπη της αγάπης μου και φως των ομαθιών μου , μην ειδες τη κρυφη πληγή των χίλιων λογισμών μου ;

 

Οντε τα πάντ αθα χαθούν , σκόρπια θα ‘ ναι λιθάρια , καστρο δρακοντοφύλακτο , τσ’ αγάπης σου τα χνάρια.

 

Υγρός νοτιάς μ ‘ αντάμωσε κι ηταν τα δακρυα του , της πούλιας θάνατος μικρος , π ‘ εδυσε στον οντά του.

 

Η μοιρα παιζει μπουλγαρί και γω την αφουγκρούμαι , μαυρη μουριά εγένησε πόνο π ‘ ανιστορούμαι .
( αφουγκρούμαι :ακούω .ανιστορούμαι : διηγούμαι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου