Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2013


Τη νυχτα την αντάμωσα , μου ζητησε τσιγάρο , ευχή μου δίνει τ’ ονειρο , να ξεγελώ το χάρο .

 

Δίνεις σοκάκι στο θεό , δρόμο για τη ψυχή σου , οντε εσυ κι αμοναχός λυτρώνεις τη ζωή σου .

 

Του άνεμου χαραγματιά στο δάκρυ του λυγμού σου κι εγινε δυό κι έγινε τρις , δρόμοι του λογισμού σου .

 

Θα φυγω ετσά σιωπηλά μεσ’ της αυγης τη πάχνη , δρόμοι ανοιγονται πολλοί οντε η καρδιά τους ψάχνει .

 

Ο πόνος θελει να πονάς γι ‘ αυτό και κυκλους κάνει , σπάσε τους κύκλους και θα δεις , αυτός στο τέλος χάνει .

 

Ορτσα , κόντρα στον άνεμο με τη καρδιά παντιέρα , θέση δεν εχουν λογισμοί στης ζησης τη καλντέρα.

( καλντέρα : κοιλότητα που σχηματίζεται όταν υποχωρει τμήμα ενός ηφαιστειακού κώνου)

 

Της σκέψης μου απανεμιά το χάδι της καρδιάς σου , υφάδι χιλιοπλούμιστο το φως της αγκαλιας σου .

 

Δεν εχει λόγια η μιλιά σκέψεις σα ‘ νταμωθουνε , δύο ψυχες σε μια γροθιά που δε θα νικηθούνε .

 

Οσους χτυπάει ο καιρος τους βρισκει αγκαλιασμένους , με τη φωτιά , σα ποιητές σε χρόνους κολασμένους.

 

Οντε θα δεις τη χαραυγή να ‘ ναι συνεφιασμένη , θανε φυτρώσουν βότανα , σοδειά ευτυχισμένη .

 

Σβουρίζει η νυχτα κι υστερα σκέψεις – κλωστές υφαίνει , πλέκει με τ’ άστρη φορεσιά , στο νου που επιμένει .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου