Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

ΣΠΑΣΜΕΝΗ ΑΥΓΗ ή Η ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΑΝΑΣΑ


Ότι έχουμε , ότι είμαστε , μιάς σιγαλιάς σταγόνα , μία ευχή ψιθυριστή στων λογισμών το γόνα.

Οντε η ρυτίδα του θυμού , αμφιβολιάς σημάδι , θε να χαθεί , θε να σε βρώ , σ’ ενός καφέ το χάδι.

Θα γίνει φλόγα ο μισεμός κι ο πάγος θε να λιώσει , φιλί , τσιγάρου ρουφηξιά , που η σιωπή θα νιώσει.

Κι οι σκέψεις θε να φλυαρούν – κρυστάλινο ρυάκι , δρόμοι- Σειρήνες , σε καλούν , σπασμένη αυγή , το διάκι.

Μια πεθυμιά ακροβατεί σ’ ένα καπνό – χα’ι’νη κι είναι ο θυμός που καίγεται , γεύση γλυκιά αφήνει.

Κι ανοίγεις χίλιες αγκαλιές στ’ ορίζοντα τα πλάτη , ορθός στη ράχη στέκεσαι στου λογισμού το άτι. Και τρέχει αυτό στ’ αστερισμούς που έχεις σύντροφό σου , κρυφό σημάδι τ’ Ερωντα , στο κόρφο το δικό σου.

Και παίρνεις την απόφαση , λεύτερα να τ’ αφήσεις τ’ άνθη-πόθοι της σιωπής , τους φλόκους πια να λύσεις. Να ξεχυθούν στον άνεμο , μαλλιά –οι ωκεανοί σου , που ‘ ναι μακρά σα πεθυμιές , απλώσου , φως , κινήσου,

Κι ένα τραγούδι που ‘ ν παλιό, απ’ έφηβο παιγμένο είναι οι ρυτίδες π’ άλλαξαν , ξαθέρι μαγεμένο. Που λέγει σου , μη λησμονείς τσ’ ερήμους που διαβήκες , είναι αυτές που σου ‘ δωσαν τους δρόμους που ανήκες.

Κι ειν’ ιαχή ,του καθενός ,τα ζάλα που χτυπούνε κι ειν’ δυνατά και ρυθμικά , τη σκόνη τη διαλούνε.

Συντεταγμένα προχωρούν , με λάβαρο το βλέμμα , τ’ αυγερινού , που έκλεψες , απ’ των λυγμών το έρμα.

Κρυφό του νου ψιθύρισμα , σα ξεχασμένη ανάσα , δύτη , απου τον μάγεψαν , βυθού ψυχής , τα πάσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου