Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

ΤΟ ΦΥΛΑΧΤΟ ΤΟΥ ΑΙΟΛΟΥ

Η ψυχή – το φυλαχτό του Αίολου. Που έχασε τους ανέμους της. Που σκόρπισαν – φύλλα πεσμένα στον ορίζοντα. Ένα λευκό νέφος μέσα στη μέλανα σκέψη. Θύμηση. Ξεθωριασμένο κυπαρίσσι. Ωστόσο ορθό. Πάνω απο σκόρπιες απουσίες. Που η αθιβολή δεν καταδέχεται να τις φέρει στα γαλάζια δώματά της. Μια πένα που τρέχει, ως Νηρηίδα, πάνω στο λευκό. Και αφήνει χνάρια
για να τα βρεί η χα'ί'νισσα ψυχή. Η Τιτανίδα, που ύμνησαν οι σαπφικές ελεγείες, απόψε σιωπά. Χαμένη στο μαύρο κύκνο τ' ουρανού. Κι η Κυθερεία, δεν εισακούει πια τις επικλήσεις των πειρατών. Φεύγοντας ο Ίμερος μαζί με τον Έρωντα, άφησαν τον βωμό της σβηστό. Και έχασαν τον δρόμο τους οι Μαινάδες. Και έγιναν, οι χαμένοι άνεμοι της ψυχής. Αφήνοντάς την σε μια γαλήνη, που δεν την θέλει. Αλλά ο πόθος, εάλω. Και αυτό που έμεινε, είναι τρικυμισμένες σιωπές. Να ίπτανται, πάνω στα συντρίμμια των ιερών της Κυπρίδας. Ο Αίολος έχασε πλέον το φυλαχτό του. Μα το βρήκαν οι στιγμές, που περίμεναν να μείνουν με τον εαυτό τους. Για να συνειδητοποιήσουν. Αυτό που ρέει, δεν πετρώνει ποτέ. Όσο κι αν η Μέδουσα, το κατακεραυνώνει με το βλέμμα της. Οι σκιές, έχουν το χάδι. Κι όταν δεχθείς το χάδι τους, είσαι αγρίμι που ξαποσταίνει. Κάτω απο τις βλεφαρίδες του Αιθυλίδη. Και σαν κι αυτόν, ανεβαίνεις απο τον Αδη μέρα παρά μέρα. Και στο ενδιάμεσο, λες ριζίτικα μαζί με τους παλιούς, που χαίρονται να σε βλέπουν που και που. Στο δικό σου νου. Εκεί που κοίτεται το μεταίχμιο. Περιμένοντας τα συναισθήματα να διαβούν την πύλη με τ' αντικρυστά λιοντάρια. Εκεί που πλένουν τα χέρια τους οι Μύστες, πριν τη θυσία. Κρατώντας στα χέρια τους τη ζώνη της Άρτεμης. Μετά την πρώτη γέννα. Τότε που ο πόνος έχει περάσει πια, πέρα απο τα τείχη. Τα δικά σου τείχη. Που τα σύντριψες τη νύχτα της μεγάλης σιωπής. Και έδωσες τον όρκο στις Ασκλειπιάδες ώρες. Που θεραπεύουν τους ήχους και τους μετατρέπουν σε Αρμονία. Καθώς μαζεύτηκαν παλι οι άνεμοι μέσα στο φυλαχτό του Αίολου. Και η ψυχή έγινε ιέρεια της Τερψιχόρης. Μαθαίνοντας απο την αρχή τα βήματα του χορού. Τα δικά της βήματα. Σιγοψιθυρίζοντας τα λόγια που νόμιζε πως είχε ξεχάσει. Που ήταν αληθινά. Ότι είναι αληθινό, δεν ξεχνιέται. Όσο κι αν πέσει πούσι πυκνό απο τα όρη και τα πέλαγα. Όσο κι αν οι θύελλες των ερήμων θα το ήθελαν. Έχει μια διαύγεια το αληθές. Γιατί κρύβει μέσα του πάντα, το φυλαχτό του Αίολου. Τους δικούς του ανέμους. Που φυσούν απο την αυγή και τη δύση. Που φυσούν απο τον βοριά και τον νότο. Είναι μια πυξίδα οι άνεμοι που δείχνουν τον δρόμο. Κι εσύ, απ ' οτι δείχνουν πρέπει να πας αντίθετα. Όρτσα στον άνεμο. Κόντρα στην ανάσα του. Αυτός είναι ο δικός σου δρόμος. Πρός τη ψυχή σου. Και την αλήθεια της. Το δικό σου φυλαχτό του Αίολου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου