Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2015

ΑΦΥΠΝΗΣΗ

Κάποτε υπήρξε ένα χάδι. Πάνω σε πληγές παλιές. Οσο ο κόσμος πριν γεννηθεί. Φάνηκε το ξημέρωμα. Η Μέδουσα φοβήθηκε γιατι δεν μπορούσε πια να μαρμαρώσει τις αλήθειες. Ο Άδης φοβήθηκε κι αυτός γιατί στέρεψαν τα νερά του Αχέροντα. Οι ψυχές χαίρονταν γιατί δεν υπήρχε πια το θνητό. Κι ο Έρωντας ζούσε στα τραγούδια που απάγγελναν το νοιάξιμο και το άγγιγμα. Τα Άτια του εντός ξαπόστεναν κατω απο το φως των αστερισμών του Είναι. Ολα εδειχναν όμορφα και οι Καιροί ανησυχούσαν. Οι θύελες ανησυχούσαν. Και τα γεράκια εμοιαζαν ανυπομονα. Αυτο κράτησε για μια τόση δα αιωνιότητα. Πέρα απο το μετά όμως είχαν ηδη αρχίσει να κτυπουν τα τύμπανα της χθόνιας θεάς. Η οποία δεν ηταν και τόσο ευχαριστημένη με την αρμονία. Έτσι το χάδι εφυγε. Καθώς πλησίαζε η εποχή του θανάτου των πλατανόφυλλων και των πευκοβελόνων. Στην αρχή υπήρξε σιωπή απο το ξαφνιασμα του αιφνίδιου. Μετά το αιφνίδιο εγινε τέλος. Μα εκει κοντά κρυφογελούσε το Πέρα πο το Μετά. Για μια στιγμή οι καιροί φανηκαν να σταματούν την αέναη περιστροφή τους γύρω απο το γιο του Ουρανού ο οποιος κάποτε του είχα πάρει την ανάσα του. Για να την κανει δικό του δάφνινο στεφάνι. Μια στιγμη όμως εφτανε για να γεννηθεί η έκρηξη του Εντός. Πέρα απο τα προβλεπόμενα και τα ειοθότα. Τότε ήταν που άνοιξαν τα σύμπαντα. Και φάνηκε η κρυμένη φωτιά. Η κρυμένη αλήθεια. Ηταν τότε που το τέλος και η αρχή εγιναν ένα. Η αρχή της αρχής. Μιας αρχής τόσο διαφορετικής οσο το φως που κρύφτηκε και μεταμορφώθηκε σε αρχέγονη αλήθεια. Σαν αυτή του αγέννητου που μόλις γεννήθηκε. Ο δρόμος ηταν σκοτεινός. Μα πίσω απο το δάκρυ φαινόνταν σα να ειναι χίλιοι δρόμοι μαζί. Μα πίσω απο το δάκρυ φαινόνταν σα να ειναι χίλια φεγγάρια μαζί πάνω στα στήθη μιας ψευτικής γοργόνας σαν απο παιδική ζωγραφιά. Που στη χαρίζει το μικρό κοπελουδάκι και ύστερα το ξεχνά το ''μεγάλο '' του δώρο. Γιατί καποιο άλλο φανταχτερό παιχνίδι πήρε το νου του. Και τη μιλιά του. Και έμεινε μόνο η σιωπή. Για λίγο όμως. Μετά απο το μετα ηρθαν τα όμορφα γεράκια των γκρέμνων. Και έκαναν κύκλους πάνω απο τα δικά σου σύμπαντα . Ως να ήταν αυτά, τα δακτυλίδια του γιου του Ουρανού. Μα πάνω απο όλα ήρθε μια ενήλικη ηλιαχτίδα. Σαν αυτές που δραπετεύουν απο τους καιρούς και απο τις θύελες. Και εμοιαζε τόσο πολύ με το εντός σου. Αυτό που προς στιγμήν το κύκλωνε το αλμυρο κύμα του Οδησσέα. Και που όλοι , θεοί, δαιμονες και ανθρωποι ειχαν βαλθεί να σε κάνουν να πιστέψεις πως είσαι αλλο. Αυτό το άλλο πέρα απο το μετά. Μα οι ρίζες ειναι δυνατές στα παλιά πλατάνια. Και σου ψιθυρίζουν τη αλήθεια σου. Αυτήν που η Κίρκη θέλησε να την κανει αλλο μα δε μπορεσε. Αυτήν που οι λωτοί θέλησαν να σε κανουν να χαθείς μέσα στο εφήμερο μιάς ηδονής. Μέσα στο εφημερο των συναισθηματων. Μεσα στο εφήμερο του συνήθους. Μα γελάστηκαν. Οι κρυφές πληγές ήταν εκεί. Και η ουλή τους αρχισε να ματώνει. Θυμίζοντάς σου. Αφυπνίζοντάς σου το Είναι.
Και άνοιξε ο Υακινθος ως εκρηξη στη πρώτη ανάσα του φωτός. Ως η μαγική λύρα του Απόλλωνα με τα μαλλιά του – στάχια στα χέρια της νιόνυμφης με τους καιρούς των  ακολούθων του Βάκχου. Πέρα απο το μετα... Πέρα απο το χάδι .... Πέρα απο το εφήμερο... Στις ομίχλες του τώρα.
Αυτού που ως Αρχάγγελος Ερμής θα δωσει μορφή. Στην εναιώρηση. Στου γερακιού το πέταγμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου