Παρασκευή, 16 Αυγούστου 2013

Των Δρύδων το ψιθυρισμα στους έρωντες της καταχνιάς

Και αν χαθούνε οι στιγμές στις σπίθες τ' ουρανού σου , θε να σε ψάξω στα βαθιά σκοτάδια του λυγμού σου. 'Κει απού εβρίσκονται συντρίμια- σκέψης πλώρες π ' ακροβατούνε στ ' άβυσσου τις βυθισμένες ώρες . Κι αν έσβυσαν οι ξαστεριές π ' αγρίμια τα μερεύουν, χαμένοι κόσμοι νοσταλγούν τους μύθους που κουρσεύουν. Κι είν  ' η σιωπη σα μακρινή , ηδονική αναπνιά σου, απλώχερα που έδωσες , φως μου , στη καταχνιά σου. Κι αυτή την ερωτεύτηκε της σιωπής τη μπόρα πήρε το αίμα τ ' ουρανού και βάφτηκε όλη τώρα.Και τα φτιασίδια του καημού λιώνουνε στο κορμί της και ξενυχτά και θολωσε ο νους κι η θυμησή της. Κι ο μαύρος της ο στεναγμός μοιάζει γυναίκας στήθος που μεθυσμένη ακροβατεί ' κει που αρχίζει ο μύθος.Κι οι Αμαζόνες τη ρωτούν πού κρύβει τα φτερά της κι οι ωκεανοί πλανεύονται στα μυθικά ιερά της . Υψώνει τώρα δυό κραυγές , μιά ηδονής , μιά νίκης , ποτέ δε θα ' θελες αυγή στο βλέμμα της ν ' ανήκεις.Για θα σου πάρει τ' άλικο το φλογερό σου γέλιο και θα το κάνει σκοτεινιά , του κεραυνού θεμέλιο. Κι εκειός θα γίνει μαχητής , άγγελος - στρατιώτης , που καβαλάρης θα ' ρχεται στο τέλος κάθε νιότης. Με το σπαθί και τ ' άτι του θε να τρυγά το νού σου , θε να σου δώσει σιωπή , αρχή του μισεμού σου. Και θα πλανεύει το θολό δάκρυ τ' ορίζοντά σου και θα το κάνει στεναγμό , πέλαγο στον οντά σου.Και θα κοιμάσαι τις αυγές θα ξαγρυπνάς τις νύχτες , θα λέγει σου η σιωπή , τις ξαστεριές σου πνίχτες. Και ' συ Δρύδων ψιθύρισμα θ ' ακούς στους στεναγμούς της κι οι έρωντες θε να γελούν στους ψεύτικους λυγμούς της.Κι οι ωκεανοί θα γινουνε παλιών βωμών το μύρο , θεές απου το έβαζαν στου όνειρου το γύρο. Και το κορμί τ ' ορίζοντα στης θαλασσας το σώμα , θε να χαθεί με μιά πνοή στης καταχνιάς το δώμα. Κι οι ασκιανοί θα ορέγονται τηςθύμησης τα κάλλη , ξαθέρια οι σκέψεις θα γινούν εις των ψυχών την πάλη. Και τότε ' συ με μια κραυγή θα πεις να σιωπάσουν , να μη μιλούν , του λογισμού τ ' αγρίμια να ησυχάσουν. Θανε φυσήξει δροσερός Βοριάς και θα χαθούνε της καταχνιάς οι έρωντες και θα λησμονηθούνε . Θα τρέξεις τότε απ ' των βυθών τ ' απάτητα χαράκια , στ ' όρη , στις ανεράιδες που ζούνε στα ρυάκια. Και θα χαθείς στ ' αγκάλες τους ηλιόφωτες  που είναι κι έχουν το χάδι τ ' αστεριών που θα σου λέει μείνε.Και ' συ θα μείνεις στης αυγής το μυρωμένο δώμα και θα ' ναι μόνο ανατολής της ζήσης σου το χρώμα. Κι ειναι το γέλιο της καρδιάς των χίλιων οριζόντων , το παίδεμα κι ο θάνατος των σκοτεινών αρχόντων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου