Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

ΕΝΑΣ ΘΕΟΣ ΞΥΠΟΛΗΤΟΣ


Ενας θεός ξυπόλητος μου χτύπησε το νού μου , μία νυχτιά καλοκαιριού , βλέμμα του δειλινού μου.

Ηταν βρεγμένος αητός , χα’ί’νης απ’ τα όρη , είχε κρυφές λαβωματιές , από αγάπης δόρυ.

Δε μίλησα  μα του ‘ γνεψα στη σκέψη να περάσει , στη πάχνη μου των λογισμών , να’ ρθει να ξαποστάσει .

Εφόραγε της ζήσης μου το μαύρο πανωφόρι κι ένα τσιγάρο κράταγε ,σβησμένο ξεροβόρι.

Τονε ρωτώ πουθ’ έρχεται και μ’ απαντά εντός σου , εκειά απου ‘ χεις ασκιανούς να σεργιανούν στο φως σου .

Του έβαλα κούπα κρυφή-δάκρυ να ξεδιψάσει και δυό χαμένους κεραυνούς  που ‘ χα  ψωμί να πιάσει.

Του έβαλα να κοιμηθεί στ’ όνειρα της καρδιάς μου , μα ντράπηκα , ήταν φτωχά , ρούχα της καταχνιάς μου.

Εγέλασε κι ήταν αυτό το γέλιο ένα ποτάμι , που έλουσε και έπλυνε κάθε , ψυχής , το δράμι.

Και ύστερα με κοίταξε μα πάλι δε μιλούσε και τότε είδα τα φτερά στο κόρφο που φυλούσε.

Τα έβγαλε , μου τα ‘ δωσε και είπε ειν’ δικά σου , στα φύλαξα χρόνια πολλά πριν έρθω στον οντά σου.

Μου τα ‘χες δώσει σα παιδί μία νυχτιά του θέρους , οντε τ’ αστέρια κοίταζες τα ‘ φησες παραμέρους .

Τα πήρα και τα φύλαξα χρόνους σαράντα δέκα , οντε εσένα η έρημος τους λογισμούς σου ‘ λέκα.

Και ύστερα κοιμήθηκε σαν το παιδί στ ‘ αλώνι και η νυχτιά αλάφρωσε , τις σκέψεις δε μαλώνει .

Και μένα μου ‘ ριξε η αυγή το πιο ζεστό της γέλιο , οντε χαθείς , θε να βρεθείς στ’ αγάπης το θεμέλιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου