Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2016

Η ΑΡΜΑΤΩΣΙΑ ΤΩΝ ΟΡΙΖΟΝΤΩΝ

Η ΑΡΜΑΤΩΣΙΑ ΤΩΝ ΟΡΙΖΟΝΤΩΝ

Μιά ανυπόμονη προοπτική. Μέσα στο φως. Ένα διάφανο γαλάζιο. Ένα κομμάτι γαλάζιο, μέσα στη φωτιά. Επαναστατικός ουρανός, σαν αγκαλιά. Μέσα στα αποκα'ί'δια της σκέψης. Που χάνεται σε χώρες μακρινές και εξωτικές, του εντός. Κι όμως μυρίζει ακόμα θυμάρι η προοπτική. Πάνω στα όρη των σκοτωμένων αγριμιών. Των σκοτωμένων σκέψεων. Απο το βόλι μιας υποβόσκουσας ελπίδας. Που σιγοκαίει. Όπως σιγοκαίει το αύριο, στις μακρινές ακτές των ονείρων. Συνεχίζεις να περπατάς. Με ένα βήμα χαμένο στην αναζήτηση. Με ένα βήμα καμένο απο τη φωτιά των καιρών. Μιά θύελλα που φαίνεται ακίνητη μέσα στο βλέμμα. Ως νέφος μοναχό μέσα στο απέραντο. Μέσα στο απροσδιόριστο. Συντρίμμια εικόνων, λουσμένα στην αυγή. Που έρχεται πιο γρήγορα τώρα. Ως πρώιμη Ά νοιξη που βρήκε το δρόμο της. Πάνω στους γυμνούς βράχους του σήμερα. Στα κακοτράχαλα μονοπάτια της φωτιάς. Είναι δύσκολοι οι καιροί. Μα ο άνεμος, μυρίζει θυμάρι και καμμένα ειοθότα, πάνω απο τη δυσκολία. Και μιά ομίχλη που ανασταίνεται στον ορίζοντα. Εκεί που έδυσε το βήμα. Το όνειρο πέρνει μορφή πάνω στον καπνό της φωτιάς που καίει. Όχι βγαλμένο απο τη θεά της εστίας, αλλά απο το άρμα του πολεμιστή. Που νίκησε τη λήθη. Και επανέρχεται. Και ο Αιώνιος χαμογελά. Και το μειδίαμά του είναι το χάδι στο καταμεσήμερο ενός μεταμφιεσμένου οράματος σε πραγμάτωση. Χειροπιαστή. Καθώς αγγιξε τις πληγές σου. Και τις ξέρει τώρα. Πάντα τις ήξερε. Αλλά εσύ έπρεπε να δεις το άγγιγμα, μέσα στην ομίχλη σου. Οι καιροί θα φέρουν σηκωμούς. Τ' άκουσαν οι δρύδες και ψιθυρίζουν στον άνεμο ιστορίες για τις παλιές φωτιές. Που είναι γραμμένες στον φλοιό τους. Εκεί φαίνεται η διαδρομή των αιώνων που πέρασαν και αυτών που έρχονται. Ως αργοναύτες που ψάχνουν το χρυσόμαλλο δέρας. Του ταξιδιού. Της διαδρομής. Της αναζήτησης. Η γνώση είναι καλά κρυμένη στους καπνούς βοτάνων μυστικών. Που προλέγουν το απροσδιόριστο. Αυτό που κρύβεται στην ομίχλη. Αυτό που θα'ρθει, μα δεν το ξέρεις. Μοιάζει με πορεία σε δρόμους άγνωστους. Σε ουσιαστικά, μη υπάρχοντες δρόμους. Που περιμένουν να χαρακτούν απο τα δικά σου βήματα της φωτιάς. Υπάρχει σιωπή πριν τη θύελλα. Κι αυτή η σιωπή προαναγγέλει την έλευσή της. Δεν αρκεί το μετά. Η σκέψη ταξιδεύει μέσα στους τυφώνες. Για να πάει πέρα απο το μετά. Τότε που τα κάτοπτρα θα είναι θρυματισμένα. Μα κάθε κομμάτι τους θα ανάβει τη φωτιά, ρουφώντας το φως. Χιλιάδες εικόνες-θρύψαλα του εαυτού σου, θα ρουφάνε το φως. Κι οι φλόγες του θα κάψουν τα ειοθότα. Ως καθαρτήρια απόφαση. Θα πεις '' τώρα θα γίνει ''. Θα ντυθείς την αρματωσιά των οριζόντων. Και θα σπαθίσεις τη σκέψη. Μεχρης ώσπου να γίνει φως ξανά. Μέσα στο μειδίαμα των πληγών σου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου