Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

εκειός που γεννήθηκε στο μεθύσι παλιών θεών

Μία φωνή χωρίς φωνή , μιά φλόγα δίχως φλόγα , μιά σιωπή που φώναζε , μαύρου τσαμπιού η ρόγα. Είναι ξερό το πέλαγο , του τέλειωσε το κύμα κι είναι περίεργοι καιροί , τέλους χαμένο κρίμα.Κρυφές πηγές απού λαλούν νεράιδες χαμένες και το τραγούδι τους παλιό , πορτες βαριές απού ' ναι πληγωμένες. Και ξωτικά απού γλακούν στου φεγγαριού τους δρόμους δεν ειν' γραμμένοι οι χρόνοι μας στων αστεριών τους νόμους.Και ' μεις , πληγής σταλαγματιές απου ' ναι παγωμένες , σε μιάς αυγής το χάραμα είν' μεταμορφωμένες. Και ξεγελιούνται οι έρωντες , νομίζουν πως χαραζει , γελούνε σα θα βλέπουνε το αίμα να σταλάζει.'Κειός που πονεί το πιό πολύ δεν βγάζει ούτε δάκρυ , χαμογελαει στους γκρεμούς που στέκεται στην άκρη. Πισωπατεί , κοιτά ψηλά και χαμηλά ποτέ του και σκαρφαλώνει στις κορφές απού ' χει πανωθέ του. Λόγια δε λέει του άνεμου , ειν ' άνεμος ο ίδιος, περνά του χρόνου τις σχισμές με χάρη και με σφρίγγος. Υγρός νοτιάς τα μάτια  του , ζεστή η αναπνιά του κι η πληγωμένη του καρδιά κρύβει τη καταχνιά του.Κι ακροβατεί κι ακροπατεί δε του ξεφεύγει βήμα , στους λαβυρίνθους του καημού , θάρρους κρατάει νήμα. Κι όλο γελά στις θύελες κι όλο γελά στον πόνο παλιοί θεοί τον γέννησαν σ' ένα μεθύσι μόνο.Κι εγίνει αστρο της αυγής και κάθε που χαράζει , κρύβει το αίμα της πληγής αιώνια που σταλάζει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου