Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

ΜΙΑ ΦΛΥΑΡΗ ΣΙΩΠΗ...


Ότι κι αν ποθήσεις, είναι λίγο, αν η λάμα του γλύπτη, δεν έχει πλάσει την ψυχή σου. Μορφή ανεξίτηλη στην αγκαλιά της θύελλας. Στην αγκαλιά των ανέμων, των λευτερωμένων από το λυκόφως της απουσίας. Που πίνει αργά τον καφέ της αιωνιότητας. Μαζί με τον γαλάζιο καπνό, μιας άλικης φλόγας, ενός Αχέροντα που σιγοκαίει στις όχθες σου. Εκεί που συντρίβονται τα κύματα του Εντός.

Στην τόσο πολύχρωμη μονοχρωμία της σιωπής. Που επανέρχεται με υψωμένο το σπαθί, κατακερματίζοντας το νεφέλωμα των εναλλαγών, του τόσο ασυνείδητα συνειδητού σκότους.

Και ύστερα, οι ψιχάλες της ψυχής, ανακατεύονται με την ώχρα και τον ασβέστη.

Και φτιάχνουν σύμπαντα, που το δικό σου παρόν, είναι ήδη παρελθόν γι’ αυτά.

Ένας γαλάζιος καπνός, σέρτικος, μέσα στο αίμα ενός μύρου, που έρχεται από τις καπνισμένες εκτάσεις του ανείπωτου πόθου.

Μια σαπφική ελεγεία η νύχτα, καθώς αγκαλιάζει την ψυχή, σε ένα συμπόσιο με παρούσες όλες τις απουσίες.

Κι η μουσική, ως Επικούρεια ηδονή, τραντάζει συθέμελα, ότι είθισται. Για σένα. Για το τόσο αντικειμενικά υποκειμενικό σου συναίσθημα. Για το, απείρως παράλογο της επιθυμίας του αόρατου, να γίνει ορατό.

Μυρωδιές από καμένες αιωνιότητες. Μυρωδιές από καμένες ηδονές. Μυρωδιές από καμένα Είναι. Μυρωδιές από γαλαξίες, που φτιάχνουν οι σέρτικοι καπνοί  του λυκόφωτος.

Και πίσω από την Κυπρίδα, ο αιματοβαμμένος βωμός, με πρόσφατη τη θυσία της παρουσίας. Με αντάλλαγμα ένα αιωρούμενο όνειρο, πάνω στις υψωμένες λόγχες. Πάνω στον κοφτερό πόνο. Πάνω στην απουσία. Εσύ το θέλησες; Γιατί; Γιατί το πληγωμένο αγρίμι αποτραβιέται στα σπήλια, θεραπεύοντας, μόνο, τις πληγές του. Κοιτώντας από μακριά το κυνήγι των νεφών στους αιθέρες του μισεμού του.

Γιατί ο πόνος, είναι βότανο, ο ίδιος, που θεραπεύει από τους αντικατοπτρισμούς ψεύτικων ειδώλων, στο λυκόφως, ή στο λυκαυγές. Τι σημασία έχει; Έχουν το ίδιο χρώμα το τέλος και η αρχή. Έχει το ίδιο χρώμα η πληγή και τα ρόδινα μάγουλα της ηδονής. Έχει το ίδιο χρώμα, το αίμα και το κρασί, που θα το πλύνει. Κι ανακατεύονται. Και γίνονται θυμίαμα στα συντρίμμια των βέβηλων επιθυμιών, που ζητούν, επίμονα, να εκπληρωθούν. Ή, να πληρωθούν καλύτερα. Καθότι, σου ζητούν το αντίτιμο, για την δική τους ύπαρξη. Απόλυτα εγωιστικά. Χωρίς να κοιτούν την δική σου γύμνια. Την δική σου ειλικρινή παραδοχή. Ότι εσύ ήσουν το ψεύτικο είδωλο. Και πως και τα συντρίμμια του, εσύ είσαι πάλι. Και το θυμίαμα πάλι εσύ.

Μα, η ηδονή, είναι ένας μεθυσμένος καπνός, απόλυτα αναρχικός, που μπαίνει μέσα στις σχισμές που αφήνουν οι ρυτίδες σου. Από το τσαλάκωμα του ταξιδιού. Στις ατέρμονες χώρες, του Εντός.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου