Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

ΤΟ ΧΑΔΙ ΤΗΣ ΘΥΡΑΣ...


Αρχέγονη φιγούρα στο θέατρο σκιών της  Ανατολής, ξύπνα και γδύσου τα πέπλα σου.

Μια λεπίδα λευκή, ως κοφτερός κρίνος, κόβει το μαύρο, λαβώνοντάς το ανεπανόρθωτα.

Κρυφή μουσική κείτεται μέσα στα σιωπηλά νούφαρα.

Ανοιξε δίοδο στις λόγχες.

Αφουγκράσου το ντροπαλό δάκρυ των οριζόντων, που μόλις διακρίνεται στην άκρη του βλέμματος της Αυγής.

Προς τα μέσα είναι το ταξίδι. Προς τα μέσα είναι η Ατλαντίδα, που χάθηκε επί τα εκτός. Δεν χρειάζονται φανταχτερές θύρες. Υπάρχει μόνο μια ασπρόμαυρη ‘Ιριδα που ανοίγει, μόνο, όταν την χα’ι’δέψει το φως.

Τότε, στο άγγιγμα των ηλιαχτίδων, δες, χαμένε ταξιδευτή της ερήμου. Αυτό που πιάνεις στην άκρη του νου σου, είναι τα φτερά σου. Τεράστια, μαύρα. Θα μπορούσε να είναι ένα συνοθύλευμα από την έκσταση που ψάχνεις σε μακρινές διαδρομές. Σε μια αιωνιότητα-φευγιό.

Το ταξίδι είναι αλλού. Εσύ είσαι το ταξίδι. Εσύ είσαι το όνειρο. ‘Όλα εσύ, χαμένε ακροβάτη στα θρύψαλα του γαλάζιου. Κάρφωσες τον ορίζοντα στους τοίχους του ‘’είναι’’. Και τον βλέπεις σαν σε ακίνητη εικόνα. Ασε το βλέμμα σου να το χα’ι’δέψει ο άνεμος, ο γεμάτος αθιβολιές κι αρώματα από τους κρεμαστούς τους κήπους της Βαβυλώνας, που, αν δε το ξέρεις, είναι δικιά σου.

Είσαι η Βαβυλώνα. Γεμάτη από το αίμα των βωμών, των βεβηλωμένων από του Πάνα τα συμπόσια.

Κι εσύ, παιδί με το χέρι σπασμένο, επειδή ακούμπησε το  χάδι. Μα με τις μαύρες φτερούγες σου, ανοιχτές διάπλατα, να πιάνουν όλο το σώμα ενός ψηλού πολεμιστή των Αστερισμών, που έχουν οδηγό τους οι ναύτες. Οι χαμένοι στις υγρές αγκαλιές των Ωκεανίδων, με τα μακριά μαλλιά, τα γεμάτα υποσχέσεις. Για ηδονές. Για πραγματώσεις. Για εκπληρώσεις του ανεκπλήρωτου. Για το εφικτό του ανέφικτου. Για το δυνατό, στο αδύνατο.

   Κι η σιωπή παρούσα. Με ένα αδιόρατο μειδίαμα να σε κοιτά υπομονετικά. Να φεύγεις. Ολο να φεύγεις. Για που; Χαμένε ταξιδευτή των ερήμων.

Βέβηλα παζάρια στις περιβόλους της αιωνιότητας, αντί για θυμίαμα.

Στάσου και αφουγκράσου. Την αύρα του πρωινού, που υπομονετικά είναι εκεί σε μια ατέρμονη επανάληψη. Μήπως και την αντιληφθείς επιτέλους.

Η σιωπή, είναι τότε, πριν ξυπνήσουν τα πουλιά και σε καλέσουν για το πέταγμα στο διάφανο. Το καθαρό. Το απέριττα απλό. Αφουγκράσου το καθαρό ταξιδευτή. Οι Ατλαντίδες είναι δικιές σου. Κι όμως εσύ, ψάχνεις στα σκοτεινά βλέμματα των ψεύτικων δρόμων. Κι η Ιριδα, ανοιγοκλείνει ατέρμονα στο πρώτο άγγιγμα- κάλεσμα του νιογέννητου φωτός. Κάθε Αυγή. Μα εσύ προτιμάς τον παράταιρο ήχο των πλουμιστών παγωνιών, που κρώζουν αντί να κελαηδούν. Που σέρνουν την πλουμιστή τους κενότητα, αντί να πετούν.

Κι όμως, να! Ένα πετροχελίδονο. Απλό. Μα με δυνατά φτερά. Μια μαυρόασπρη αιωνιότητα. Ευέλικτη. Εντός σου. Το χάδι της Ιριδας. Το χάδι της θύρας. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου