Τετάρτη, 11 Νοεμβρίου 2015

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΓΑΛΑΖΙΟ

Ένα φως πάνω απο τις λέξεις. Μιά σκιά που αργοπεθαίνει απο πόθο, στο άγγιγμα των ηλιαχτίδων. Ακολουθεί ο δρόμος, το κρυφό γαλάζιο. Που ταξιδεύει στους ωκεανούς, καθώς λύνει τα μαύρα της μαλλιά η στιγμή. Και σκεπάζει όλα τα ''θέλω''. Προστατεύοντάς τα, απο το ανέφικτο. Ένα φως μέσα στο βλέμμα τ' ουρανού. Που αποκαλείπτει την κρυφή ελεγεία. Περαστικό βλέμμα. Στο αναπάντεχο. Βήματα απο φτερωτούς πόθους. Νηρηίδα, που φόρεσε τη νύχτα για πέδιλα. Κι αυτή, αναστέναξε και χάθηκε στον πρώτο λόγο της αυγής. Μιάς αυγής ευχής. Ολόφωτης. Παλεύουν οι ηλιαχτίδες με τον καπνό μιάς σκιάς, που πεθαίνει στην πρώτη ρουφηξιά. Το φως ταξιδεύει. Και ταξιδεύεις και 'συ μαζί του. Σε κήπους κρυφούς, που ανθίζει το χάδι. Σε κήπους κρυφούς, που γνέθεται το κρυφό υφάδι. Αδυσώπητο λευκό. Εκτυφλωτικά καθαρό. Σαν σεντόνι φρεσκοπλυμένο. Απλωμένο στο περβάζι του ''είναι''. Κάτω απο φυλλωσιές απο φωτια. Που σιγοτραγουδά- καυτή, νιογέννητη ρακή- η επιθυμία. Χρώμα απο βύσσινο γλυκό, πάνω στο στήθος του γαλάζιου. Γοργόνα που τραγουδά το έπος για τις χαμένες στεριές της. Έρωντας. Που μοσχοβολά άνοιξη. Στο καταχείμωνο. Που μπέρδεψε τις διαδρομές του. Και ξαφνικά, έγινε καλοκαίρι. Ατίθασο άτι, χάνεται σε μιά ολόφωτη πάχνη. Από ευχές. Καφές που αφίχθηκε ως δώρο. Στην αφύπνιση. Μια ομορφιά που ζητά να μοιραστεί τον λόγο. Και η επιθυμία, ζητά απο το φως να παρατείνει το υφάδι του. Για να χορτάσει η στιγμή τις ευχές. Για να γεμίσει το είναι με τις ευχές. Για να γεμίσει το χάδι απο τις ευχές. Απο το φωτεινό υφάδι. Βότανο μυρωδάτο, πάνω στη λαβωμένη σκέψη. Πάνω στη λαβωμένη στιγμή. Πλανώδιο ποιήμα. Γραμμένο πάνω στις ρυτίδες του ατελεύτητου. Γραμμένο πάνω στις ρυτίδες του φωτός. Γραμμένο πάνω στο τώρα. Που λες και τα καλυψε όλα. Σαν υφαντό που μόλις γεννήθηκε, απο τον αργαλειό μιας θεάς. Που δραπετευσε απο τον μύθο. Για να χαθεί στο χάδι του αυγερινού. Σπουργίτι μοναχό πάνω σ' ένα τραγούδι. Που κρυφογελά πίσω απο τον χαρούμενο ρυθμό. Μυρωδιά απο τον καπνό του μελισσοκόμου, καθώς καπνίζει τις μέλισσές του. Μυρωδιά απο θυμάρι. Στα μαλλιά του χειμώνα. Που δε θα'ρθει τελικά. Ευτυχώς. Πλανώδιο άλικο. Πλανώδιο χαμόγελο. Ήχος απο γράμμα που μόλις έφτασε. Η προσδοκία, γίνεται πραγματικότητα αν την ευχηθείς απο καρδιάς. Τσιγγάνικο άλικο. Που φέρνει χίλια-δυο καλούδια, η στιγμή. Απροσδόκητο άλικο. Ως τα κόκκινα χείλη θνητής θεάς που καπνίζει τους καιρούς. Με ένα πονηρό μειδίαμα. Ο χρόνος σταματά μέσα στην αιωνιότητα. Σαν ένα διαρκές χαμόγελο σε μιά παλιά φωτογραφία. Που παραμένει αενάως καινούργιο. Μια αενάως έφηβη αιωνιότητα. Που την αγκαλιάζει το αδιάκριτο βλέμμα όλων των καιρών. Που ανυπομονούν να γίνουν τραγούδι. Με στίχους, ως πέταλα ανθέων ατάκτως εριγμένα, στο μπερδεμένο ηλιόφωτο. Ένας Μάης μέσα στο Νοέμβρη. Το χάδι στην ουλή της πληγής. Όταν η σιωπή παύει να μιλά, γίνεται διαδρομή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου