Τετάρτη 30 Μαρτίου 2016

ΟΙ ΠΑΛΙΕΣ ΑΓΟΡΕΣ ΣΤΟ ΚΥΝΙΚΟ ΛΙΟΓΕΡΜΑ

ΟΙ ΠΑΛΙΕΣ ΑΓΟΡΕΣ ΣΤΟ ΚΥΝΙΚΟ ΛΙΟΓΕΡΜΑ

Και μετά οι στεριές χάνονται στο λιόγερμα. Αναρωτιεσαι. Μέσα σε παλιές αγορές. Με μυρωδιές κι αρώματα απο μπαχάρια και απο ανθρώπους. Και αναρωτιέσαι ξανά. Πίνοντας τσίπουρο με γλυκάνισο. Εκεί που χτυπά η καρδιά της αγοράς. Στη παλιά πόλη. Στη νέα πόλη. Σε κάποια απόκρημνη πόλα. Και αναδύεσαι μέσα απο τον καπνό και την ομίχλη. Είναι μαγική αυτή η ομίχλη. Είναι μια Κίρκη- Μέδουσα. Που πρώτα σου υπόσχεται ότι ποθείς. Και μετά σε μαρμαρώνει με το βλέμμα της. Ώσπου κάποιος ν' ακούσει τη κραυγή σου., μέσα στο ετοιμοθάνατο λιόφωτο. Πρέπει να συνεχίσεις να περπατάς. Κι απέναντι σου παλιός ναός. Των αρχών του βυζαντίου. Και οι καμπύλες των σκεψεών σου είναι τα παραθύρια του. Κάπου μακριά ηχούν σήμαντρα. Μα εσύ, βέβηλα, χάνεσαι μέσα στο αρισμαρί και τη ματζουράνα , αυτού του άγνωστου που ποθείς να γνωρίσεις. Που το ξέρεις. Που το αρνήθηκες. Και που τώρα θέλεις εκ νεου να το γνωρίσεις. Όπως είσαι τώρα. Με παλιές ουλές απο εκπτωτα συναισθήματα. Απο εκπτωτα φτερά. Και στη θέση τους τώρα, έχεις το μαύρο κεφαλομάντηλο των χα'ί'νιδων. Που σε προσκαλούν κάθε βράδυ. Να χορέψετε τα πέντε ζάλα της λευτεριάς. Μάχη. Άνεμος κρύος στο νου. Σκαλισμένο λιόγερμα πάνω σε παλιούς δρύδες. Έρωντας. Το ταξίδι. Αυτά είναι τα πέντε ζάλα τα δικά σου. Και τα δικά τους. Σε προσκαλούν ν' ανέβεις στο ριζιμιό, στο μιτάτο της πιο απάτητης κορφής σου. Και να φωνάξεις. Σε μιαν επίκληση ευριπιάδα. Της ψυχής σου τους δράκοντες. Και να τους καλέσεις. Σε γεύμα μυστικό.
Πρίν την αναχώρηση. Για τις αγκαλιές πουπεριμένουν να τις γεμίσεις. Κοντά στις παλιές αγορές. Με τη μυρωδιά του γλυκάνισου έντονη. Πάνω στις σκέψεις σου. Και στα συντρίμια σου. Τα αρχαία σου συντρίμια. Που είναι συνοδοιπόροι στο ατέρμονο τραγούδι των γλεντοκόπων. Που τους καλείς να παρουσιαστούν χειροπιαστοί δροσουλίτες. Ντυμένοι το σήμερα που τόσο φοβάσαι. Και το αποφεύγεις. Ζώντας στην αθιβολή ή στο όνειρο. Μα το τώρα σε καλεί. Να χορέψεις τα πέντε ζάλα των καιρών και των ανέμων. Που φυσούν στα ξάρτια του δικού σου πειρατικού. Του γεμάτου απο το απροσδόκητο. Κι ένα λιόγερμα κυνικό. Να πέρνει το φως μαζί του. Και να φεύγει για άλλους τόπους. Αφήνοντάς σε, ν' αποφασίσεις. Νομίζω πως έχουν έρθει ήδη τα χελιδόνια. Για άλλη μια φορά. Θυμίζοντάς σου τη δική σου άνοιξη. Που πρέπει να ζήσεις.


ΦΩΣ

ΦΩΣ

Μέσα στο φως φαινονται όλα τακτοποιημένα και καθαρά. Κι ας έχει συνεφιά η ψυχή. Το σπαθί των ηλιαχτίδων χρήζει τη σκέψη. Με τα φτερά του αητού. Και της δίνει το όνομά της. Αυτή που αναδύθηκε απο τη σκέψη. Ασαυτή που αναδύθηκε απο τους αφρούς της θύελλας. Αυτή που αναδύθηκε απο τα μηνύματα του ανέμου. Η άνοιξη ξύπνησε μέσα στο βλέμμα. Και το γέμισε ουρανό. Και πέλαγο απύθμενο. Και το δάκρυ στέγνωσε πάνω στη πέτρα τη καφτή. Το ηφαίστειο σιγοκαίι. Αρχαίο δράμα. Που αφηγήται τις γενιές αυτού του κόσμου και του άλλου, απο κτίσεώς του. Θαρρείς σιώπησε η σκέψη. Και ο νους ανέβηκε στα φτερά του αητού του πετρίτη. Και βλέπει τα ειωθότα και τα τεκτενόμενα απο ψηλά. Η ιστορία γράφεται με τον πόνο και το αίμα και το χαμόγελο των σηκωμών. Κάθε που ξημερώνει ξυπνά η επανάσταση και περιμένει. Πότε θα ρθει η στιγμή ω' αλλάξει τα τεκτενόμενα. Τον τρόπο σκέψης και τον τρόπο δράσης του νου και της ψυχής. Ξεφεύγει η σκέψη μέσα απο τα υπόγεια. Και κάθεται απέναντι στο φως. Ζητόντας του να την καθαρίσει. Απο τα βρύα της αγωνίας που φύτρωσαν στις ρωγμές της. Και η δράση περιμένει τη στιγμή της έκρηξης. Τη στιγμή της δημιουργίας. Οτι είναι ετοιμόροπο, γκρέμισέ το εσύ μιάν ώρα αρχήτερα. Η επανάσταση αρχίζει απο το εντός σου.

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

ΜΕΡΙΚΕΣ ΠΑΛΙΕΣ ΜΟΥ ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ - ΟΡΣΑ ΔΡΕΤΑΚΗ

Θελω να πιώ με μια γουλιά τη φλογα τ' ουρανού σου, να ζαλιστώ και να χαθώ στα τρισβαθα του νου σου.

Ολος ο κόσμος θάλασσα κι αγάπη σου είναι φάρος και ' γω κα'ι'κι αμοναχό, απου του δίνει θάρρος.

Θανε σκοτώσω τ' άστρη σου απου θωρρείς το βράδυ, να μη σου λένε πως γλακώ με τσ' ασκιανούς σου ομάδι.

Πουλι που είναι δυνατό και νταγιαντά τον πόνο βγαίνει στα υψη και πετά με μιά φτερούγα μόνο.

Δευτέρα 7 Μαρτίου 2016

ΜΙΑ ΓΟΥΛΙΑ ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ

ΜΙΑ ΓΟΥΛΙΑ ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ

Ο ήλιος γίνεται πιο δυνατός, τώρα που μεσημεριάζει. Ένα φως που καθαρίζει τη σκέψη. Που καθορίζει τη σκέψη. Και ένα ουράνιο τόξο φάνηκε μέσα στο ποτήρι σου. Το γεμάτο απο προσδοκίες. Το γεμάτο απο την ανυπομονησία του εν δυνάμει εφικτού. Είσαι μιάν ανάσα τώρα μακριά απο την πηγή. Εκει που βρίσκεται. Δίπλα στο χωματόδρομο της σκέψης σου, που είναι όλο φως. Και 'συ, με σκονισμένα τα βήματά σου προχωράς ακάθεκτος. Πίνεις μια γουλιά ουράνιο τόξο και γεμίζεις χρώματα. Το γκρίζο έφυγε τώρα. Πηδάς πάνω στο άλικο, σαν ινδιάνος που ιππεύει με περίσσεια χάρη, το πολεμικό του άλογο. Το λευκό άτι με δυο μαύρες βούλες στο σώμα του. Σαν η ματιά να του έκανε ενα νοητό τατουάζ. Η ματιά σου, η πρώην ασπρόμαυρη. Μα πολύχρωμη τώρα. Δυό σύννεφα μέσα στη σκέψη, χάθηκαν. Όπως χάνεται η πραγματικότητα, μέσα στο όνειρο. Καθώς ο πολεμιστής με τα μακριά μαλλιά σε χαιρετά. Λες και εχει βγεί , μόλις, απο τις τοιχογραφίες της Κνωσσού. Πάντα νέος μέσα στους αιώνες και τις χιλιετηρίδες. Ξέφυγε απο θύελλες, κατακτητές που είχαν την ύβρη στα μάτια, ταξιδιώτες που ξαπόστεναν στο χορτάρι, αγνοόντας την υπαρξή του, φωτιές που άναψαν σηκωμοί, απο το ίδιο το φως ξεφεύγοντας. Πάντα νέος. Παρές με τα δελφίνια που παίζουν αιώνια μέσα στο γαλάζιο. Σώζοντας τους ναυαγούς, απο τις δικές τους θύελλες. Κι ύστερα πάλι το φως. Αυτός ο χειμωνιάτικος ήλιος, ο γεμάτος υποσχέσεις, οτι η άνοιξη είναι κοντά. Ένα βήμα αρκεί για ν' ανθήσουν οι πρωτοπόροι του συναισθήματος. ,έσα στις ώρες που κοιτούν αδιάφορα, τις προοπτικές των οριζόντων στους οποίους χάνεσαι. Σα γεράκι στο λιόγερμα. Το απόγευμα αργεί ωστόσο. Και 'συ, συνεχίζεις να είσαι ο καβαλάρης του ουράνιου τόξου, που έχεις στο ποτήρι σου. Πίνεις λοιπόν μια γουλια ουράνιο τόξο και σε δροσίζει. Περίεργα γαλήνιες είναι οι θύελλες στο μάτι του κυκλώνα. Δίπλα σου, ομιλίες. Σε διάλεκτο της γλώσσας σου. Τραγουδιστά τα ηχοχρώματα. Στα βάθη της ανατολής, κοιμούνται οι μύθοι. Αδιάφοροι για το ξύπνημα του φωτός. Περιμένοντας τον μελλοντικό μεταφραστή της γραφής τους. Της γραμμικής γραφής τους που δεν έχει διαβαστεί ακόμα. Κι αυτά που κρύβουν, ίσως είναι ο αιώνιος έρωτας του ζευγαριού, που ήταν αγκαλιασμένο χιλιετίες τώρα. Και που μόλις στους χρόνους σου βρέθηκε. Καθώς οι αιώνες το σεβάστηκαν. Οι θύελλες το σεβάστηκαν. Ο έρωντας που νικά όλες τις μάχες. Κι ο ποιητής πάντα θα τον τργουδά. Καθώς θα πίνει το απομεσήμερο, μια γουλιά ουράνιο τόξο.

Η ΑΡΜΑΤΩΣΙΑ ΤΩΝ ΟΡΙΖΟΝΤΩΝ

Η ΑΡΜΑΤΩΣΙΑ ΤΩΝ ΟΡΙΖΟΝΤΩΝ

Μιά ανυπόμονη προοπτική. Μέσα στο φως. Ένα διάφανο γαλάζιο. Ένα κομμάτι γαλάζιο, μέσα στη φωτιά. Επαναστατικός ουρανός, σαν αγκαλιά. Μέσα στα αποκα'ί'δια της σκέψης. Που χάνεται σε χώρες μακρινές και εξωτικές, του εντός. Κι όμως μυρίζει ακόμα θυμάρι η προοπτική. Πάνω στα όρη των σκοτωμένων αγριμιών. Των σκοτωμένων σκέψεων. Απο το βόλι μιας υποβόσκουσας ελπίδας. Που σιγοκαίει. Όπως σιγοκαίει το αύριο, στις μακρινές ακτές των ονείρων. Συνεχίζεις να περπατάς. Με ένα βήμα χαμένο στην αναζήτηση. Με ένα βήμα καμένο απο τη φωτιά των καιρών. Μιά θύελλα που φαίνεται ακίνητη μέσα στο βλέμμα. Ως νέφος μοναχό μέσα στο απέραντο. Μέσα στο απροσδιόριστο. Συντρίμμια εικόνων, λουσμένα στην αυγή. Που έρχεται πιο γρήγορα τώρα. Ως πρώιμη Ά νοιξη που βρήκε το δρόμο της. Πάνω στους γυμνούς βράχους του σήμερα. Στα κακοτράχαλα μονοπάτια της φωτιάς. Είναι δύσκολοι οι καιροί. Μα ο άνεμος, μυρίζει θυμάρι και καμμένα ειοθότα, πάνω απο τη δυσκολία. Και μιά ομίχλη που ανασταίνεται στον ορίζοντα. Εκεί που έδυσε το βήμα. Το όνειρο πέρνει μορφή πάνω στον καπνό της φωτιάς που καίει. Όχι βγαλμένο απο τη θεά της εστίας, αλλά απο το άρμα του πολεμιστή. Που νίκησε τη λήθη. Και επανέρχεται. Και ο Αιώνιος χαμογελά. Και το μειδίαμά του είναι το χάδι στο καταμεσήμερο ενός μεταμφιεσμένου οράματος σε πραγμάτωση. Χειροπιαστή. Καθώς αγγιξε τις πληγές σου. Και τις ξέρει τώρα. Πάντα τις ήξερε. Αλλά εσύ έπρεπε να δεις το άγγιγμα, μέσα στην ομίχλη σου. Οι καιροί θα φέρουν σηκωμούς. Τ' άκουσαν οι δρύδες και ψιθυρίζουν στον άνεμο ιστορίες για τις παλιές φωτιές. Που είναι γραμμένες στον φλοιό τους. Εκεί φαίνεται η διαδρομή των αιώνων που πέρασαν και αυτών που έρχονται. Ως αργοναύτες που ψάχνουν το χρυσόμαλλο δέρας. Του ταξιδιού. Της διαδρομής. Της αναζήτησης. Η γνώση είναι καλά κρυμένη στους καπνούς βοτάνων μυστικών. Που προλέγουν το απροσδιόριστο. Αυτό που κρύβεται στην ομίχλη. Αυτό που θα'ρθει, μα δεν το ξέρεις. Μοιάζει με πορεία σε δρόμους άγνωστους. Σε ουσιαστικά, μη υπάρχοντες δρόμους. Που περιμένουν να χαρακτούν απο τα δικά σου βήματα της φωτιάς. Υπάρχει σιωπή πριν τη θύελλα. Κι αυτή η σιωπή προαναγγέλει την έλευσή της. Δεν αρκεί το μετά. Η σκέψη ταξιδεύει μέσα στους τυφώνες. Για να πάει πέρα απο το μετά. Τότε που τα κάτοπτρα θα είναι θρυματισμένα. Μα κάθε κομμάτι τους θα ανάβει τη φωτιά, ρουφώντας το φως. Χιλιάδες εικόνες-θρύψαλα του εαυτού σου, θα ρουφάνε το φως. Κι οι φλόγες του θα κάψουν τα ειοθότα. Ως καθαρτήρια απόφαση. Θα πεις '' τώρα θα γίνει ''. Θα ντυθείς την αρματωσιά των οριζόντων. Και θα σπαθίσεις τη σκέψη. Μεχρης ώσπου να γίνει φως ξανά. Μέσα στο μειδίαμα των πληγών σου.


ΤΟ ΥΦΑΔΙ ΤΗΣ ΓΑΛΗΝΗΣ

ΤΟ ΥΦΑΔΙ ΤΗΣ ΓΑΛΗΝΗΣ

Δεν κάνουν τα επιτεύγματα την ευτυχία. Η γαλήνη δεν έρχεται απο τα πράγματα που αποκτιώνται. Η γαλήνη δεν έρχεται απο το εφήμερο της γνώσης. Το φως ήρθε νωρίς σήμερα. Καβαλάρης στο άγριο άτι του βλέμματος. Τροπαιοφόρος ο ήλιος με όλες του τις ακτίνες ζωσμένος. Κι ο ουρανός χορεύει με τα στιβάνια της συνειδητοποίησης. Το άφημα στο χάδι. Στο λίγο που ειπώθηκε και ήταν γεμάτο γνοιάξιμο. Η σκέψη χαμογελά. Και ξαπλώνει νωχελικά στα λιβάδια της αιωνίας. Άρωμα απο κρίνα. Άρωμα απο θυμάρι έχει η στιγμή. Όταν σταθείς. Και πάψεις πια να κυνηγάς, το εφικτό ή το ανέφικτο. Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει να σταθείς. Εκεί στην άκρη της σκέψης και να νοιώσεις το χάδι. Τότε είσαι γεμάτος. Εκπληρωμένος. Καθώς ακους τους ήχους της πανάρχαιης μητέρας. Λαθώς ο άνεμος θα σε αγγίζει. Και 'συ θα καταλαβαίνεις και θα νοιώθεις το άγγιγμα. Όλα είναι σημαντικά. Κυρίως τα πιο μικρά. Αυτά που τα προσπερνάς στο ατέρμονο τρέξιμό σου. Για που ; 'Ολα θα γίνουν. Μη φοβάσαι. Ένας Δρυίδης κόβει βότανα με το χρυσό δρεπάνι του. Και σου φτιάχνει το ρόφημα της αυγής. Να το πιείς και να ξυπνήσει η ψυχή σου. Και να δουν τα μάτια σου. Και να καταλάβεις. Δεν κάνει η επίτευξη την ευτυχλια. Την κάνει η ανάσα του φωτός στο νου, στη ψυχή, στο βλέμμα. Η θεά υφαίνει τις ηλιαχτίδες. Και φτιάχνει το υφάδι της γαλήνης. Για να στο χαρίσει. Όταν θα βρείς ματιά για να το δεις . Όταν σταθείς και το αγγίξεις. Και το χα'ι'δέψεις. Κι εκείνο θα σου ανταποδώσει το χάδι. Η γαλήνη κρύβεται στο αμοιβαίο άγγιγμα των ψυχών. Που ανταλλάσουν το φως τους. Τα τραγούδια είναι μόνα όταν δεν τραγουδιούνται. Το χάδι είναι μόνο όταν μένει μετέωρο. Η γαλήνη είναι μόνη , όταν η ψυχή έχει κλείσει τα βλέφαρά της. Το φως είναι μόνο χωρίς το βλέμμα που θα το αγκαλιάσει. Στάσου μια στιγμή. Και αφουγκράσου.

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

ΕΠΙ ΤΑ ΕΝΤΟΣ

ΕΠΙ ΤΑ ΕΝΤΟΣ

Και ξάφνου, φάνηκε μια ρωγμή στο λυκόφως. Και 'συ, σαν άλλος Ηρακλής, βάζεις όλη σου τη δύναμη. Για να την ανοίξεις ακόμα περισσότερο. Σπρώχνοντας τις δυο πλευρές του ανοίγματος αντίθετα, Ως να 'ταν αυτές, οι Συμπληγάδες πέτρες. Και φαίνεται όλο το τέλος στο άλικο λιόγερμα. Ένα τέλος που σηματοδοτεί μιαν αρχή. Ενός φωτεινού σκότους. Αναμένα μυριάδες κεριά. Υψώνονται. Ως ικέτιδες φωνές, μπροστά στο αγκάθινο στεφάνι. Που μελλοντικά θα φορέσει ο νιογέννητος θεός. Που τώρα ζεσταίνεις τη θύμησή του. Η κάθε γέννηση, έχει πάντα ένα αγκάθινο στεφάνι και μιαν ανάσταση. Προς το παρόν, έκαναν ανακωχή οι λογισμοί. Και ξεκουράζεται ο νους. Μέσα σε ήχους απο οπτασίες. Νωχελικό απόγευμα. Στριμωγμένο μέσα σε αυτό το κάτι που αλλάζει συνέχεια. Εντός σου. Το όνειρο έχει πάντα καλές προθέσεις. Καθώς επανέρχεται ως ένας ηθοποιός- εφιάλτης. Που κι αυτός παίζει έναν τρομαχτικό ρόλο. Πρσπαθώντας να αφυπνήσει βαλτωμένες συνειδήσεις. Η αλήθεια, όταν ειπωθεί, ξορκίζει τους φόβους και τους εφιάλτες. Κυρίως όταν ειπωθεί στον εαυτό μας. Μετέωρο φως μέσα στη σιωπή. Ίπταται του εντός σου. Η αναχώρηση πλησιάζει καθώς η απόφαση ελήφθη. Το ταξίδι συνεχίζεται. Απρογραμμάτιστο ως είθισται. Απρογραμμάτιστο σαν αλήθεια. Που ηλθε μετά την παραδοχή. Οτι δεν μπορείς να μπείς στα καλούπια, τα δικά σου και των άλλων. Αιώνια εντροπικός. Μέσα σ' ένα άλικο σκοτάδι. Γεμάτο απο τη γαλήνη της μη αναπαυόμενης σκέψης. Σαν το αιώνιο κύλισμα των Συμπληγάδων. Που τις απέφυγες για άλλη μια φορά. Γνωρίζοντας τις αρχαίες γραφές. Καθώς τις είδες με άλλο μάτι. Απο άλλη οπτική γωνία. Τελείως διαφορετική απο το δικό σου σκέπτεσθαι. Καθώς η ρωγμή άνοιξε ακόμα περισσότερο. Σε ένα εντροπικό φως. Τελείως άναρχο για τα δικά σου δεδομένα. Μια ρωγμή, ως απόπλους μυστικός. Προς άγνωστες θάλασσες. Και χαίρεσαι που πηγαίνεις πάλι προς το άγνωστο. Ως βράχος αφιερωμένος τω αγνώστω θεώ. Εκεί, δίπλα στη Πνύκα. Δίπλα στην αγορά. Με τα ξωτικά μύρα. Που θα ντύσουν τελικά το δικό σου καινούργιο. Το δικό σου, επι τα εκτός των γραφών και των μύθων. Σε παλιές πόλεις , που επέζησαν κατακτητών, κοιμάται η γνώση. Και σε προσκαλεί να ξεσκονίσεις τους αρχαίους παπύρους της. Ξεσκονίζοντας πρώτα τη ματιά σου. Τη ματιά που θα τις δει και θα τις ερμηνεύσει. Κοιτόντας πάντα επι τα εντός σου. Καθώς το αδυσώπητο λιόγερμα, ανοίγει τη δική σου ρωγμή. Επι τα εντός.

Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2016

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΜΕΙΔΙΑΜΑ ΤΟΥ ΑΛΙΚΟΥ

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΜΕΙΔΙΑΜΑ ΤΟΥ ΑΛΙΚΟΥ

Κι ύστερα, η θύμηση επανέρχεται. Μια ακατανίκητη επιθυμία για ξορκισμό της απουσίας. Με το χάδι. Το ξενητεμένο χάδι των οριζόντων. Που δεν τους ξέρεις ακόμη. Μα που περιμένουν, εκεί, την δικιά σου επίγνωση. Δεν ξέρεις τον δρόμο. Κι ίσως αυτή να' ναι η μαγεία. Ένα ταξίδι μυστικό. Που δεν αποκαλήπτεις σε κανέναν. Οτι εδώ και καιρό, βρίσκεται εν εξελίξη. Μελλοντικός πολεμιστής, μέσα στην απουσία. Αναζητάς τους τόπους σου. Τους δικούς σου που δεν τους ξέρεις ακόμη. Μα τους ψυχανεμίζεσαι. Άνεμος, που πέρνει τον καπνό, απο το μισοσβησμένο τσιγάρο της απωλεσθήσας συντροφικότητας. Που, με μιαν ανάσα στη σιωπή, ξανανάβει.Μια έφιππη μνήμη. Που σε προσπερνά. Μπροστά ανοίγεται ο δρόμος. Βρεγμένος, απο την αλμύρα σου. Ένα μοναχικό κύμμα, σπάει πάνω στον βράχο της πιο κρυφής σου επιθυμίας. Ένα ταξίδι που σε περιμένει. Σχεδόν πριν τελειώσεις το προηγούμενο. Διαρκής κίνηση. Με την σιωπή πάντα παρούσα. Μαζί σου. Σε χώρες μακρινές, που τώρα πια δεν θέλεις να πας, κρύβεται το όνειρο. Και 'συ, κρυμμένος μέσα στο άλικο. Στο ρόδινο πρόσωπο της φτιασιδομένης απώλειας. Που δεν ξέρεις αν είναι αυτή η απώλεια που έχει σημασία. Ή η δική σου ατέρμονη αναζήτηση του ανέφικτου. Παραπλήσιοι λόγοι της δική σου άγνοιάς του, που σε οδηγούν τα βήματά σου. Το μετέωρο βήμα της αναζήτησης σου. Που θα σε οδηγήσει να γνωρίσεις τι είναι αυτό που ζητάς τελικά. Στο δρόμο της συμφιλίωσής σου με την κοφτερή σιωπή. Στο δρόμο της συμφιλίωσης με το δαιδαλώδες εντός σου. Σα νεράιδα που δεν ξέρει πως να χαμογελά. Χαμένη μέσα στους καπνούς βοτάνων μυστικών. Σε σκέψεις που δεν μπορεί να τις μοιραστεί. Και ίσως να μην είναι το νόημα εκεί. Όμως που είναι το νόημα κρυμμένο; Ανθός σπάνιος και όμορφος μέσα στο άλικο της σιωπής. Ένας ανθός – σιωπή. Και 'συ, ένας περιπλανόμενος μύθος της απουσίας. Που όλα λές, είναι παρόντα μέσα της. Κανείς πολεμιστής δεν μπορεί να αποδεχτεί τις συμβάσεις. Το συμβατικό είναι αυτό που πολεμά. Ως μοναχικός Δροσουλίτης που χάθηκε μεσ' την αυγή του. Ψάχνοντας τα κάστρα του. Που είναι κρυμμένα στη πάχνη που αφήνει ένα δάκρυ μοναχό. Πάνω στον καφέ του απομεσήμερου. Και μια διπλανή φωνή που σου φωνάζει αποδέξου το. Αποδέξου τη ζωή. Αποδέξου τον εαυτό σου οπως είναι κάθε στιγμή. Με το που θα δεχθείς την απουσία, αυτή, μεταμορφώνεται αμέσως σε παρουσία. Με το που θα δεχθείς το ανέφικτο, αυτό γίνεται αμέσως εφικτό. Με το που θα δεχθείς τη νύχτα, αμέσως έρχεται το ξημέρωμα. Αποδέξου το. Και θα έρθει η πραγμάτωση. Η επίγνωση. Που είναι το κλειδί των οριζόντων σου. Που εξαγνίζει την απώλεια. Την απουσία. Κι αμέσως νιώθεις γεμάτος. Εκπληρωμένος. Και έτοιμος. Για το καινούργιο ταξίδι. Έχεις γνωρίσει τους Δαιδάλους. Και αυτός είναι ο θησαυρός σου. Μη φοβάσαι να τον ξοδέψεις. Αναπνέοντας τη φρεσκάδα της επανάστασης. Απέναντι στο δικό σου είθισται.


Ο ΑΙΩΝΙΟΣ ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ ΤΟΥ ΑΚΑΘΟΡΙΣΤΟΥ

Ο ΑΙΩΝΙΟΣ ΤΑΞΙΔΕΥΤΗΣ ΤΟΥ ΑΚΑΘΟΡΙΣΤΟΥ

Κι ομως, η αθιβολή του χαδιού, έρχεται ξανά και ξανά. Μέσα απο τα γενειοφόρα βάτα του σήμερα. Και είναι τ' αγκάθια τους, πέπλο, που μέσα κρύβεται ο άλικος χυμός. Αυτό που μπορεί να γίνει. Ως εφηβική πληγή. Που δεν εκλεισε ακόμα. Και έχουν περάσει αιώνες απο την αυγή σου. Και έχουν περάσει αιώνες απο το ξεκίνημα. Κι όμως, εσύ δεν έχεις φτάσει πουθενά ακόμα. Αιώνιος ταξιδευτής του ακαθόριστου. Κι ένας Έρωντας με πέπλο μαύρο. Ως τα μαύρα πανιά του ιστιοφόρου που μπήκαν κατα λάθος. Με βιασύνη. Και έστειλαν λάθος μήνυμα σ' αυτούς που περιμένουν. Έφερναν χαρά και νικητήριους παιάνες. Όμως έστειλαν μήνυμα θρήνου. Με αποέλεσμα , ο θάνατος ο άρχων, να δώσει όνομα σ' ένα πέλαγο γεμάτο ευχές. Γεμάτο ψυχές. Που παλεύουν να σπάσουν, απο τότε, τις αλυσίδες. Τις δικές τους. Και των συντρόφων τους. Περίεργα όμορφη είναι η σιωπή. Καθώς χάνεται. Μέσα στους μύθους των πρωταγωνιστών της. Και μια ευριπιάδα εικόνα. Ενός παιδιού ντυμένου στα μαύρα. Μιά πρόωρη επανάσταση λες. Ως άνθος τυλιγμένο σ' ένα κοφτερό χιόνι. Κι ένα επικύνδινα τρελλό βήμα. Που ξαφνιάζει τη σκέψη. Κανείς δεν ξέρει όσα ξέχασες. Κανείς δεν ξέρει την απουσία σου. Ως προγραμματισμένη χαρά που δεν την δέχεσαι. Γιατί ξέρεις ότι η πραγματική χαρά είναι πάντα απρογραμμάτιστη. Ένα σχεδόν πικρό ακαθόριστο μειδίαμα, έχει το μέσιασμα της μέρας. Θά'θελες ν' αργήσει το σκοτάδι να' ρθει. Στην αιώνια επαναληψημότητά του. Στην κατά ριπάς εναλλαγή των εικόνων του νου. Που έρχονται απρόσκλητες μέσα στη νλυχτα . Και τ' αλλάζουν όλα. Ως ένα ακαθόριστο χάδι. Ως μιαν ακαθόριστη σκέψη. Που ξέρεις την αύρα της. Χωρίς ποτέ να μάθεις όμως το πραγματικό νόημά της. Ως μυστήριο κρυφό της έλευσης, μιάς αέναης ευχής. Που, περιέργως πως, νιώθεις οτι πραγματόθηκε. Μα συνεχίζεις ν' απλώνεις μαύρα πανιά. Εκεί που πνέουν ούριοι άνεμοι. Εκεί που θα ' πρεπε να υψώνεις ο πολύχρωμο. Απο μια βιαστική χαρά. Απο ανυπομονισία. Ως μιαν αφιξη που παρέλειψες να δεις. Γιατί το άλικο τα' χε καλύψει όλα. Μια φλόγα που σε ζέσταινε, σε καίει σια- σιγά, για να διατηρήσει τη λάμψη και τη ζεστασία της. Και 'συ χαίρεσαι γι' αυτό. Χαίρεσαι που τώρα πια το άλικο είσαι εσύ. Εσυ και το ακαθόριστο. Και ο αιώνιος ταξιδευτής του, πάλι εσύ. Βιαστική χαρά. Με υψωμένα λάθος πανιά. Κι ένα πέλαγος που πήρε απο μιά λάθος απώλεια, τ' όνομά του. Ως λάθος που βάφτησε μιάν αλήθεια. Σ' ένα οξύμωρο σχήμα.

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

ΤΟ ΑΤΕΡΜΟΝΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΑΚΙΟΥ

ΤΟ ΑΤΕΡΜΟΝΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΑΚΙΟΥ

Η αθιβολή, γεράκι που χαιρετά το λιόγερμα. Και χάνεται μαζί με το φως, στα σκοτάδια του νου. Είθισται, στους πολυσύχναστους δαιδάλους της σκέψης, να είναι άρχουσα η σιωπή. Που τώρα την ξέρεις. Και την αναζητάς. Όταν το οικείο έρχεται πολύ κοντά. Ένα οικείο, που το έχεις αφήσει πίσω. Καθώς περιπλανιέσαι. Σε πολύχρωμα σοκάκια. Σιωπηλά πολύβουα. Και δεν αναρωτιέσαι πιά. Γιατί έχεις δεχθεί την εικόνα σου. Που αναδύεται μέσα απο σκιές. Μέσα απο ήχους παράταιρους με το δικό σου ''τώρα''. Μα, μιά βελούδινη μουσική, βγαίνει μέσα απο τα κλήματα του χειμώνα. Ξεπερνά το ''τώρα''. Είναι ήδη στο ''μετά''. Στο πέρα απο το μετά. Εκεί που είναι ο αληθινός εαυτός σου. Και ακούς τη μιλιά του. Χωρίς τις συμβάσεις των πεπραγμένων. Που τριγυρίζουν πίσω σου. Με τριμένο πανωφόρι. Αλλά το ''ξανά'', βγήκε απο το μυστικό, το πολύπλοκο παλάτι του Μίνωα. Ακολουθόντας το μίτο. Και συνειδητοποιείς οτι εσυ είσαι η Αριάδνη που τον κρατά. Και τον χαρίζει στους Έρωντες. Για να βρούν τον δρόμο. Πέρα απο θεούς. Και πέρα πο δαίμονες. Πέρα απο ον εαυτό σου. Πέρα απο την άλικη σιωπή. Πέρα απο μορφές- σκιές στο λιόγερμα. Κάποτε ξόρκισες τη σιωπή. Και τώρα τη θέλεις πίσω. Με άλλη μορφή όμως. Όχι σα νεράιδα του χιονιού. Μα σαν ιέρεια. Θερμή απο το φως. Που είδες, κοιτόντας τα σκοτάδια σου. Ως κατακόκκινος Ιβίσκος, που άνθισε μεσ' τον χειμώνα. Δείχνοντάς σου τον δρόμο. Οι σκιές έφυγαν. Ως καθαρτήρια ευχή. Του μύστη. Του κρυμμένου εντός σου. Μόνα κυνηγούν τα γεράκια. Και μετά κάνουν κύκλους γύρω απο το είναι σου. Χαιρετόντας σε. Και 'συ γεράκι είσαι. Στις εσχατιές των ερήμων σου. Σε παλιά ακροκέραμα ταιριάζει το λυκόφως σου. Και έχεις , ως υπέρθυρο οικόσημο, μιαν ακατάληπτη επιγραφή. Που σου φωνάζει να την κατανοήσεις. Καθώς διαλύεται η πάχνη. Κάθε που το φως αναδύεται. Απο τις σκιές σου. Και σε βρίσκει με μετέωρο τον ένα πόδα. Καθώς κάνεις το πρώτο βήμα. Έξω απο το εντός σου. Αρχίζοντας ταξίδια μακρινά. Καθώς έχεις πετάξει πλέον τα περιττά. Και βλέπεις καλύτερα. Τον ορίζοντα. Με το βλέμμα του γερακιού.

ΕΝ ΑΜΦΙΒΟΛΩ

Εν αμφιβόλω

Αναβοσβύνει η γαλήνη. Χαρά. Ρυθμός γιορτής επερχόμενης. Μιά υποβόσκουσα γοητεία της δράσης. Της στιγμής που γεμισε το ουράνιο τόξο. Και ένα αραχνο'υ'φαντο δάκρυ, ο ορίζοντας. Πασπαλισμένο απο τον αχνό απο ανάσες μυστικές. Που κρύβουν τη θετικοτητα. Και την αποδοχή του οντως πεπραγμένου. Μιά στιγμιαία γοητεία έχει η εξέλιξη. Γαλήνη που φέρνει μια ταξιδιάρα αγκαλιά. Και στο ποτήρι του Βάκχου, χαρές μη αναμενόμενες. Που συνθέτουν μιά σιωπή καταριπτόμρνη. Απο τη δική σου αλλαγή. Που έφερε μια αναγεννησιακή δροσοσταλίδα στο σύμπαν σου. Που τώρα συνειδητοποιείς οτι δεν είναι μόνο δικό σου. Είναι και των άλλων. Η δράση η δική σου – πετραδάκι που ακροβατεί στα νερά του Ιορδάνη. Όπου βαφτίζεται το όνειρο. Ένα χατζή- όνειρο. Και μια χατζίνα ελπίδα. Στο καθημερινό. Που ανακαλύπτεις οτι έχει χίλια χρώματα. Βγαλμένα απο τις δικές σου αφηγήσεις στο λόγο της Σεχραζάτ. Πέρασες το μεγάλο ταξίδι απο την έρημο. Πάνω σε μυστικόκαρραβάνι. Ένα αηθαλές ταξίδι. Μέσα απο τις ερήμους. Τις δικές σου. Και των άλλων. Ασκούμενος μπυστης σε πυθαγόρεια σιωπή. Που γνωρίζει τώρα τους μυστικιστικούς δρόμους του μαζί. Του εντός. Του πέρα. Και του μετά. Και ένα βλέμμα που εν αμφιβόλω ίπταται. Που εν αμφιβόλω χάνεται. Μέσα σε αιωρούμενους βαβυλόνιους ήχους. Η δική σου κυνική σιγουριά χάθηκε. Απ' τη στιγμή που δέχθηκες να δείς. Ότι ότως είναι. Και οχι οτι πίστευες οτι είναι. Έθεσες επιτέλους τη πληγή πάνω στο ιαματικό άγγιγμα Της επικοινωνίας. Του οφελείμως ποιείν. Και αμέσως ήρθε η ανταπόκριση. Επι τα εντός και επι τα εκτός. Κράτησες το εκκρεμές είναι σου. Και αυτό σταμάτησε την αέναη ταλάντωσή του. Όταν σαματά ο χρόνος γεννιούνται τα σύμπαντα. Μέσα στο χάδι της μιλιάς. Το χάδι της αποδοχής. Αλλά ολ' αυτά προ'υ'ποθέτουν την κατάριψη των δικών σου ειωθότων. Την κατάριψη του δικού σου συνήθους. Οι αρχαίοι μύστες των μορφών και των σχημάτων δημιουργούν. Αλλά η δημιουργία, κατάλαβες εν τάχη οτι οφείλεται οταν θέσεις εν αμφιβόλω τις υπάρχουσες θεωρίες σου. Τότε γεννιέται το καινούργιο. Μέσα απο τους καπνούς της μυστικής ιέρειας που προλέγει οσα θα συμβούν. Που έδωσε τ' όνομά της στους μύστες των σχημάτων. Θέτοντας τα πεπραγμένα, ότι είθισται, εν αμφιβόλω.


Η ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΦΛΟΓΑΣ ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΗΣ

Η ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΦΛΟΓΑΣ ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΗΣ

Μιά λευκή ανάσα. Και απο μέσα της αναδύονται μαυρα αγριοπούλια, οι σκέψεις. Και μέσα στη πάχνη, μιά νεράιδα με μακριά μαλλιά στο χρώμα της φωτιάς. Γύρω της , σπίθες, οι πόθοι. Και οι Έρωντες του ακατέργαστου τώρα. Και μιά σάλπιγγα μέσα σ' εναν συνεφοσκεπασμένο πόνο. Που περνά και αφήνει τη γλυκιά αίσθηση της ίασης. Απο την απουσία. Και την πληγή της. Ως σημάδι απο τα νύχια του αρχαίου δράκου της σιωπής. Που χάθηκε αυτές τις μέρες στη σπηλιά του. Και ανάβλυσαν απο το κρύο ξεκίνημα, παρουσίες. Που αχνοφεγγουν σαν αστρη, μέσα στη παγωμένη σκοτεινιά μιάς Δεκεμβριανής αναγέννησης. Ως νύμφη που επέζησε μεσαιωνικών προλήψεων. Και στέκεται αγέρωχη και αιθέρια, μέσα στο μετά. Χωρίς να φοβάται τον άλικο ορίζοντα. Μέσα στον οποίο ίπταται το άγνωστο. Και τα μαύρα αγριοπούλια, πάντα εκεί. Πάνω στις τεντωμένες χορδές. Των αισθήσεων. Των σκέψεων που επαναστάτησαν. Και εφυγαν, απο ανούσιες αθιβολιές. Και ενας γενειοφόρος μύστης του αύριο, μεταφέρει το μήνυμα. Η ευτυχία είναι ένα παρατεταμένο χάδι. Καθόλου φευγαλέο αν το επιθυμείς. Και είναι πάντα παρόν. Με μιαν αυρα δυνατή. Ως το πέταγμα. Παρέα με στιγμές Αμαζόνες. Ζωσμένες την εκπλήρωση. Είσαι ελεύθερος όταν συνειδητοποιήσεις την ελευθερία σου. Η συνειδητοποίηση είναι η αρχή της ελευθερίας. Ως βαθιά ανάσα στον φρέσκο αέρα του περάσματος. Απο αυτό που είθισται, στην προοπτική του εφικτού. Στην πραγμάτωση ονείρου παλιού. Μα αενάως επανερχόμενου. Που σε κινητοποιεί. Να σπάσεδις τη στασιμότητα και να μπείς στην αέναη κίνηση. Μιας αρχχέγονης υπέροχης δράσης. Που σου ταιριάζει. Όαν διώξεις τα περιτά. Και πορευτείς στην λευκή ανάσα και στα αναδυόμενα απ' αυτήν μαύρα αγριοπούλια υου εντός σου. Μια φωά που την έβαλε η κρύα αλμύρα. Απο τις μυστικές σου κόγχες. Απο το μυστικό σου βλέμμα. Που σε οδηγεί στο αγνωστο. Που η ομορφιά του συνίσταται στο ξύπνημα. Στην επιθυμία να ζήσεις τη περιπέτεια της φθαρτής αιωνιότητάς σου. Στη προοπτική φλόγας αναδυομένης.

Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

Η ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΑ ΩΡΑ

Η ΑΣΚΛΗΠΙΑΔΑ ΩΡΑ

Μιά περιπλανόμενη νοσταλγία. Νότες απο μεταλλικό δάκρυ. Πάνω στις ρυτίδες της σκληροτράχηλης θύμησης. Εικόνες απο παλιές αυλές με γιασεμί και γαζία, μέσα στις γλάστρες του τότε, του τώρα, του πάντα. Του μετά. Που επανέρχεται με το αιματοβαμμένο πέπλο, σκοτωμένων απουσιών. Μιά επιμένουσα περιπλάνηση μέσα στο κρύο πέρας του χρόνου. Και μετά η ανακούφηση. Η σιγουριά της διάγνωσης. Είπες ειναι ''αυτό''. Και η συνειδητοποίηση έφερε την καθαρση. Και επέστρεψε το κρυστάλλινο. Ως μυστικός καταράκτης. Γεμάτος λογής λογής ξωτικά και νεράιδες. Κι οι λογισμοί, δροσοσταλίδες. Πάνω στην πάχνη του νιογέννητου τώρα. Ως αυγή στο πρώτο σκίρτημά της. Ως ιερέας σε μυστικό Ασκληπιείο. Που σ' έβαλε να κοιμηθείς. Για να ονειρευτείς την ίασή σου. Και να είσαι θεραπευμένος οταν ενσυνείδητος πάλι, χαμογελάσεις στην ευχή του ουρανού. Καθώς αυτή θα σου χα'ι'δεύει την πληγή σου. Τη θύμησή σου. Τη συνειδητοποίηση της μάχης που πέρασε. Της μάχης που έρχεται. Γεννιοφόρο σύννεφο με μακριά σγουρή κατάμαυρη γενιάδα, το σκοτάδι που φεύγει. Κι οι ηλιαχτίδες κοιτούν περιπεκτικά και παιχνιδιάρικα τις δικές σου αγωνίες. Γιατί φώτισαν το σκοτάδι σου. Και στέγνωσαν το αίμα της αιώνιας απουσίας. Άλικος Ιβήσκος στις όχθες της Αχερουσίας. Κι ένας Γανημίδης πόνος, αιώνια νέος λες. Και ύστερα το χάδι της Ασκληπιάδας ώρας. Της Ασκληπιάδας συνειδητοποίησης. Το ιαματικό χάδι. Ενός περιπλανόμενου γητευτή υπόγειων πηγών. Που βλέπει εκεί που οι άλλοι δεν μπορούν. Που αγγίζει αυτό που δεν θ' αφηνες ν' αγγιχτεί. Ό τι πέρασε δε γυρνά. Και αυτό που έρχεται ειναι αυτό που εσυ καλλείς να' ρθει.

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2015

ΥΠΟΒΟΣΚΟΥΣΑ ΕΛΕΓΕΙΑ

ΥΠΟΒΟΣΚΟΥΣΑ ΕΛΕΓΕΙΑ

Πολεμιστής , γεμάτος χρώματα, περπατά σε μιά λιθόστρωτη γαλήνη. Και μιά νεράιδα, άφησε την κορδέλα της, γεμάτη νιφάδες, πάνω σε μιά γιορτή επερχόμενη. Και δυό γηραιές ιέρειες του Απόλλωνα, φόρεσαν το άλικο για πέδιλα. Για να φτάσουν γρήγορα, σε μια υποβόσκουσα ελεγεία. Η Δόμνα- Τύχη, έχει ένα αινιγματικό μειδίαμα. Κρυμμένο κάτω απο τον χειμερινό της μανδύα. Και το σκότος φόρεσε ένα γαλάζιο πέπλο, εφήβου που πορεύτηκε στη φωτιά. Και τώρα ξεκουράζεται μέσα στο όνειρο. Για μελλοντικές κατακτήσεις, παραμυθένιων κονκισταδόρων. Μέσα στις καρδιές επαναστατών, που πίνουν μάτε σε μιά ανάπαυλα απο το λιοπύρι. Νότες που σου δίνουν το χάδι. Το ιαματικό χάδι της επανάστασης της αυγής. Καθώς ο Ιβήκος ξεκουράζεται κάτω απο τα φτερά του Ίκαρου. Με έναν μύθο παρόντα. Που σβύνει κάθε απουσία. Πολύχρωμες παράλληλες γραμμές, οι ανάσες των Ερώντων. Που ακροβατούν στην αθιβολή. Και σε μιά επιθυμία χειροποίητη. Ως διακόνημα ασκητή. Με μιά γαλήνια λεπτομέρεια. Πάνω σε ξύλο σμιλεμένου δρύ, απο την αλμύρα του βλέμματος. Η σιωπή, δεν είναι κοφτερή λεπίδα πιά. Είναι κοπίδι που χαράσει θεούς, πάνω σ' ένα ιαματικό χάδι. Και το γαλάζιο, νιογέννητο. Μέσα στο μετά του σκοταδιού. Του έναστρου σκοταδιού του εντός. Χθόνιο βλέμμα που κοιτά κατάματα το φως. Γυμνό βλέμμα. Χωρίς την αλμύρα της πληγής. Καθαρό ως Δροσουλίτης, πάνω σε πολεμίστρες κάστρου μυστικού. Και μια δύναμη, κουτσή απο μάχη, στις όχθες του Αχέροντα. Ντυμένης, με χρωματα παραλλαγής, μιάς γαλήνης έφιππης. Πάνω στη κοφτερή γοητεία του θνητού. Ένα ξεγελασμένο αιώνιο. Στη θαλπωρή χαδιου αναπάντεχου. Στις εσχατιές των πληγών της αθιβολής και των Ερινύων. Οι Έρωντες ανταλλάσουν ανάσες με ανεπίτρεπτες ευτυχίες. Και το χθόνιο αναρωτιέται. Για το βέβηλο μειδίαμα που σκοτώνει το σκότος. Μιά ατέρμονη ανάσταση , η απόφαση του ταξιδιού. Σε διαδρομές οικείες μα τόσο καινούργιες κάθε φορά. Το ταξίδι, το φτιάχνουν οι μεταμορφώσεις του ταξιδευτή. Όσο πιο πολλές μεταμορφώσεις, τόσο πιο κοντά στην αναζήτηση. Τόσο πιο κοντά στη λύση. Τόσο πιο κοντά στη αυγή. Οι μεταμορφώσεις ως αέναη εξέλιξη. Ως νέοι συνδυασμοί, γεννημένοι στους δαιδάλους δρόμους του νου. Ως καθαρτήρια νίψη στα κρυστάλλινα νερά του αιθέριου. Χάδι του ανέμου στα μαλλιά αναδυόμενης Νηρηίδας. Άλικη νιφάδα που αιωρήται, πάνω στον καφέ του τώρα, λέγοντας τα επερχόμενα. Το χάδι. Μύστης που διαβάζει πάνω στον βωμό τα σπλάχνα της υποβόσκουσας ελεγείας σου.

Κυριακή 6 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΧΟΡΔΩΝ

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΧΟΡΔΩΝ

Μελωδία που υψώνεται. Ως χορδές τεντωμένες. Στα χέρια βετεράνου μουσικού. Παλε'υουν και πάλλονται, φτιάχνοντας πρότυπες συγχορδίες. Και η ταλάντωσή τους, μοιάζει με ρίγος κορμιού γυμνού στον Βοριά. Πάνω του, τα σημάδια της θύελλας. Ανεξίτηλα στολίδια του μετά. Μουσικές κρυφές που τις ξέρουν μόνο οι Μύστες. Και τις διαβάζουν στις ανάγλυφες πλάκες στους δρόμους του κρυμμένου χαδιού. Που αχνοφέγγει στο πρώτο πέταγμα του αγγίγματος. Που βρίσκεται παντού. Καλυμμένο απο το πολύχρωμο υφαντό που γνέθει το λιόγερμα. Οι χορδές ταλαντώνονται ως συσπάσεις απο έντονη αλμύρα. Σε κόγχες μυστικές, πάνω σε πρόσωπα- οπτασίες, πίσω τους καπνούς της μισοσβυσμένης γόπας, της μέρας, που είναι ήδη στο '' μετά''. Καφές ζεστός σ' ένα αμφιθυμικό χειμωνιάτικο απόγευμα, που μοιάζει περισσότερο με την αρχή της Ανοιξης. Οι Έρωντες μπερδεύτηκαν και τα χελιδόνια δεν έχουν φύγει ακόμη. Και μιά θύμηση, - πλούσιος ζητιάνος της απουσίας. Που αντί να ζητά, δίνει δώρα απλόχερα. Κύκλοι ακουμπισμένοι σ' ένα δένδρο γεμάτο κατακκόκινα, ψεύτικα άνθη. Ως το πληγωμένο χαμόγελο ιέρειας της Κυπρίδας. Σε μιά γωνιά του άλικου η ταλάντωση επανέρχεται. Όπως αναπηδά πάτωμα ξύλινο απο τα ζάλα χορευτών- πολεμιστών. Που ρυθμικά αναπηδούν στο χαμόγελο της φωτιάς. Μιά μουτζούρα στο άλικο, το σκοτάδι. Που ακροβατεί πάνω στο χορό των χορδών. Λυράρη χαμένου στην ομίχλη ματιάς θολωμένης απο την αλμύρα. Την ξαφνική αλμύρα απο μακρινά κύμματα που στεφανώνουν τους φάρους του ''πέρα''. Φυσαλίδες που αναπηδούν απο αναβράζουσες ώρες. Σ' ένα '' είναι'' που κοχλάζει. Ως χύτρα γιαγιάς χαμένης στα δέση του Αχέροντα. Ως μιά τσιγγάνα θύμηση στα μακριά μαλλιά έφιππης Αμαζόνας. Τόσες μεταμορφώσεις έχει η στιγμή. Τόσες ταλαντώσεις οι χορδές του τώρα. Κι ο αιθέρας, αναστενάρης πάνω στα κάρβουνα του πόθου. Που επιθυμεί να μην μείνει στα τετριμμένα του. Αλλά να γίνει χειροπιαστή παρουσία. Ένα βήμα απέχει το '' άλλο''. Το διαφορετικό, το καινούργιο. Ένα βήμα πάνω απο την άβυσσο. Το σκοτάδι αναρωτιέται αν θα το κάνεις. Το φως όμως είναι σίγουρο και σου λέει ταλαντώσου. Ως οι χορδές του σύμπαντος στον μυστικό χορό τους. Ως ιαχές επι τα εκτός των εριγμένων. Που σε καλούν σ' ένα ξυπόλιτο χορό, πάνω στα κάρβουνα τα αναμμένα του λυκόφωτός σου. Σε καλεί να χορέψεις τη λύση. Των δεσμών και των ερωτημάτων. Στα οποία αναβάλλεις την απάντηση. Αμέσως και επι τόπου. Κουλουράκι το άπειρο, που το ροκανίζουν Έρωντες αφηρημένοι. Λέγοντάς σου, ''να χαίρεσαι την ομορφιά σου ''.


Ο ΧΡΗΣΜΟΣ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ

Ο ΧΡΗΣΜΟΣ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ

Σε καιρούς σκοτεινούς, εκεί που το σκοτάδι απλώνεται, ο ανθός της αυγής θεωρεί καθήκον του ν' ανθίσει. Σε καιρούς σκοτεινούς, εκεί που ο μαύρος χιτώνας μιάς ευριπιάδας τραγωδίας απλώνεται, ο ποιητής θεωρεί καθήκον του να φέρει την κάθαρση. Σε καιρούς σκοτεινούς, εκεί που σύνεφα βαριά σκεπάζουν τις ψυχές, η γερακίνα ανοίγει τα φτερά της σιγοτργουδόντας. Και κάθεται πάνω στη ράβδο του μύστη. Που θεωρεί χρέος του να φτιάξειτους πολεμιστές του φωτός. Εκεί που το αδιέξοδο απο άρχοντες σκοτεινούς. Και γράφονται πάνω σε όστρακα τα ονόματα των Εφιαλτών και των Ερινύων. Για να ταεξοστρακίσουν μετά οι πολίτες μιάς ''πλατωνικής'' πολιτείας, που ίσως έφτασε η στιγμή να μάθουν και το δικό τους όνομα. Το να πας σε άλλους τόπυς δεν είναι λύση, όταν οι σκιές σ' έχουν στοιχειώσει. Καθώς οι χρησμοί λέγονται ακόμη. Πιό ακατάληπτοι απο τους παλιούς καιρούς. Τότε κάλυψε τα νώτα του συμπολεμιστή σου υψώνοντας την ασπίδα πάνω απο τον ώμο. Υψώνοντας τη μάχη πάνω απο τον ώμο. Για να μπορέσεις να δεις τις κινήσεις που θα φέρουν την εκπλήρωση του δικαίου. Του αγαθού. Του φωτός. Πολλές φλόγες μόνες όταν ενωθούν φτιάχνουν μιά μεγάλη φωτιά. Που θα καθάρει τα νέφη. Που θα καθάρει το σκότος. Που θα καθάρει τις σκιές που σε στοιχειώνουν. Επι τα εντός αρχίζει η μάχη. Πρώτα απ' όλα. Και πάνω απ' όλα. Θυσίασε τον συνήθη τρόπο του σκέπτεσθαι στη φρεσκάδα του φωτός. Μη ξεχνάς το θυμίαμα. Το μυστικό μύρο του ακατάληπτου. Που σε περιμένει να το κατανοήσεις. Να καταλάβεις τον χρησμό. Και μετά να φτιάξεις το δικό σου μονοπάτι. Που οδηγεί στον μεγάλο δρόμο. Εκεί που θα ενωθείς με την συντροφικότητα. Εκεί που θα πάρει μορφή ο αγώνας των ποιητών. Ο χρησμός των ποιητών. Ποιώ σημαίνει κάνω χειροπιαστή τη σκέψη μου. Κάνω χειροπιαστό το εντός. Έτσι το εντός μπορεί ν' αλλάξει το έξω. Έχοντας την καθαρότητα του λύκου. Έχοντας την τρυφερότητα της λύκαινας. Το ''μετά'' σημαίνει μαζί ξέρεις. Γίνε ένα με το πολύβουο γέλιο των συμπορευτών σου. Που φέρνει την κάθαρση στη κορύφωση του χορικού. Έτσι το φως έρχεται καβαλάρης αρχάγγελος με απλωμένα φτερά. Φορόντας όλη του την αρματωσιά. Έτοιμος να νικήσει το σκότος. Γίνε μέρος χορού κυκλικού. Πολεμικού και ερωτικού συνάμα. Σε ρυθμούς γρήγορους και εκστατικούς. Που θα οδηγήσουν σε μιά δομινικοθεοτοκοπουλική ανάταση. Πάνω απο το σύνηθες. Πάνω απο τους σκοτεινούς καιρούς. Το βλέμμα θεωρεί καθήκον του να ελευθερωθείστην απεραντοσύνη. Να βρεί το γαλάζιο μέσα στο άλικο. Να γίνει ξεκίνημα. Να γίνει καινούργιο. Το βλέμμα θεωρεί καθήκον του να φτιάξει τον δικό του χρησμό. Πέρα απο το ακατάληπτο της χαμένης ιέρειας. Στη πάχνη των σκιών σου.

ΤΟ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΧΑΔΙ

ΤΟ ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΧΑΔΙ

Ένας καφές που έρχεται απο μακρινές ακτές, ξεγελόντας τα κύμματα. Μελάνι δώρο απο ένα σπασμένο χάδι. Που όμως αψηφά τις απουσίες. Ως κόκκινο μέσα στο σκοτάδι. Ως κόκκινη φωτιά, μέσα στο σκοτάδι. Σύντροφοι που χάθηκαν, πέρα πο μαγικούς φάρους. Και ένα περιπλανόμενο άρωμα, αγνώστου προελεύσεως, οι μελλοντικές παρουσίες. Περιπατητής βιαστικός η σκέψη, μέσα σε μιά ακατέργαστη βροχή. Που πέφτει άτσαλα καθώε υποκύπτει στην ανάσα των ανέμων. Εκείνων που φυσούν, δίχως να νοιάζονται για τις αθιβολιές που πέρνουν μαζί τους. Σε χώρες που φοβούνται το φως. Ως δορατα σπασμένα πάνω σε χαμένες αγάπες. Που περιπλανόνται μονάχες, κάτω απο ένα σκοτεινό σύνεφο απο τα βέλη άγνωστων Ερώντων. Που ακροβατούν σε ημικύκλιες τροχιές, φοβούμενοι την επανάληψη. Που χάθηκε μέσα στη γνώση εμπειριών του σκοταδιού. Ως παλιά ρεμπέτισσα κυκλωμένη απο καπνούς και μουσικές που υμνούν κάθε σπασμένο χάδι. Που εσύ κρυφακούς πίσω απο έναν φράχτη απο γιασεμιά, πεσμένα ως σωρός απο νεκρούς καταχτητές μπροστά απο Θερμοπύλες που ακόμα αντέχουν. Στο βλέμμα περιπλανόμενων ποιητών μέσα στα βρόχινα πέπλα της αθιβολής. Της σιωπής. Μιάς ξεγελασμένης σιωπής. Απο μουσικές ξένες σε οικείους τόπυς. Σε οικείες σκέψεις. Σε οικείες μοναχικότητες, ατέρμονων διαδρομών. Μέσα στην τόσο οικεία ξένη παρουσία. Του ''τώρα'' που περιμένη να γίνει επιτέλους τώρα. Ως το ζεστό βλέμμα του συνεφιασμένου ουρανού του είναι. Που βρέχει δημιουργία. Κύκλοι σιωπής που ενώνονται. Φτιάχνοντας το άπειρο. Καθώς ο καπνός του τσιγάρου φέρνει αλμύρα στο βλέμμα. Ένας και μόνος θεατής σε παράσταση αυτοσχεδιασμού. Κατατροπόνοντας τα αδιέξοδα με ένα αιρετικό μειδίαμα. Καλύπτοντας μια περαστική γηραιά αιωνιότητα. Καθώς πλησιάζει το σύνεφο απο τα βέλη. Και 'συ υψώνεις την ασπ'ιδα σου. Το σπασμένο ιαματικό χάδι του εφήμερου. Ως σπασμένη απουσία.

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2015

ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΕΦΗΜΕΡΟ

ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΕΦΗΜΕΡΟ

Ένα ποιήμα κατω απο τις φυλλωσιές δενδρου εξωτικού. Μιά τόση δα ανάσα πίσω απο τον καπνό που αφήνει ένα εφήμερο χάδι. Ένα τόσο αιώνιο εφήμερο. Και η γηραιά πολυτελής σιωπή, να περνά. Με βήμα αργό- fame fatal των καιρών του μεσοπολέμου. Σ' ένα πολυφωνικό τρίο η παραλλαγή του πληγωμένου αγγίγματος. Έφηβες φωνές. Ζύθος στα χείλη ενός περαστικού φωτός. Κρυμμένου πίσω απο μοναχικές αιωνιότητες. Και 'συ ακουμπισμένος σε μια ακίνητη φωτιά. Που περιγελά τις αθιβολιές σου. Και τις κάνει πλάνο σε μιά συνεφιασμένη ταινία. Χαμένη πίσω απο ένα ταφτάνι που ανεμίζει. Βήματα περαστικά στο τόσο ξένο οικείο. Η αναβάθμηση του συνήθους, σε περιέργως μακροσκελές χα'ι'κού. Γραμμένο πριν απο τους αιώνες μιάς στιγμής. Που αρνήται τους καιρούς. Ως γέλιο χθόνιας θεάς. Αιωνίως νέο. Και 'συ στο πέρα 'πο το μετά των διαδρομών. Ψάχνοντας το γέμισμα μακρινών φεγγαριών. Μακρινών νεράιδων. Χαμένων πίσω απο την αυλαία. Μιάς παράστασης ερήμην του χορικού. Ερήμην του κορυφαίου του χορού. Ερήμην τωνσκιών. Του δικού σου κρυμένου φωτός. Μέσα σε βλέμματα αγνωστα. Ψάχνεις χωρίς να ξέρεις τι. Χαμένος σε πολύχρωμα δαιδαλώδη σοκάκια, μιάς ανεξερεύνητης σκέψης. Περιπατητής που χαζεύει το εφήμερο. Χωρίς να νοιάζεται που είναι χαμένος. Γιατί αισθάνεται οτι ο δρόμος παραμένει εκεί. Άγνωστος. Μα με οικείο συναίσθημα. Που το δίνουν οι μυρωδιές απο τζ βόταανα. Των δικών του κορυφών. Του δικού του πετάγματος στο πέρα. Στο μετά. Σ' αυτό που φέρνει το αυθόρμητο. Το επι τα εκτός των περιγεγραμμένων. Αγρίμι. Με μάτια ως ουρανός διάφανος. Σε σκοτεινούς καιρούς. Σε σκοτεινές παρουσίες. Ένας ουρανός αγρίμι. Ως σκέψη περιπλανόμενη. Σε βύθιους πόθους. Σε πάθη, μη πολιτικά ορθά. Γυμνός θεός. Γυμνός δαιμονας. Στο κατακάθι του καφέ, διαβάζεις ως αρχαίος μύστης, κρυμμένα μηνύματα. Μια αναποδογυρισμένη προφητεία. Αρκεί να σκεφτείς ασυνήθιστα για να ξεφύγεις απο τα ειοθώτα. Και να χαθείς στο αιωνια εφήμερο. Ως περιπλανόμενη σκέψη στις εξωτικές αγορές του σιωπηλού εντός σου. Ως χείλη ριγμένα στον άνεμο.

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015

ΧΑΜΕΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

Ηλιε, χαμένε ουρανέ, που τριγυρνάς απόψε ; Σε ποιούς κρυφούς λαβύρινθους, ψάχνεις μα δε με βρίσκεις ; Φως, σε κοιτώ κατάματα. Σκοτείνιασες το νου μου. Και τρέχω μ' άτια φτερωτά, πάνω σε κρυφές σκέψεις. Σε χαμένες αθιβολιές. Σιωπηλή μιλιά μιά αλμύρα συντροφος. Μιά απουσία σύντροφος. Ένα όνειρο σύντροφος. Οσο κι αν τρέξεις σιωπή, προηγήται η αλμύρα. Χαμένων θαλασσών. Και χαμένων φάρων. Μιά θύελλα- νόημα και ουσία. Πίσω απο τους αστερισμούς, που πίνουν το σώμα και το αίμα της σιωπής. Και κρυφακούν την ανάσα του λυκόφωτος. Που αναβάλλει τοδώρο του Μορφέα. Η νύχτα καπνίζει το τελευταίο τσιγάρο της.Σκαλισμένα τ' αστρη, πάνω στο μέταλλο της σιωπής. Που γίνεται ακονισμένη λάμα. Πάνω στην απουσία. Κι έχει γραμμένο πάνω της μιά δεκαπεντασύλλαβη πνοή. Μιάν γαλαζοπράσινη αύρα. Της σκέψης που χάνεται. Στο μετά μιάς παρουσίας φευγάτης. Στο πέρα απο το μετά. Στο τώρα. Γιατί το πέρα απο το μετά γίνεται τώρα αν το θέλεις πολυ. Σκοτεινό βλέμμα μέσα σε μια στάλα φως. Σκοτεινό πέρα. Και συ χαμένε ουρανέ που τριγυρνάς απόψε ;

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

Ο ΕΞΑΡΧΩΝ ΤΟΥ ΔΙΑΦΑΝΟΥ

Ο ΕΞΑΡΧΩΝ ΤΟΥ ΔΙΑΦΑΝΟΥ

Μιά αδόλως επιμένουσα στιγμή. Να γίνει συνειδητά αισθητή. Απο το βλέμμα που είναι χαμένο. Στο πέταγμα του ηδυπαθούς φωτός, μέσα στις σκιές της επιθυμίας. Εξαγνισμός. Απο το κρύο νερό που προσφέρθηκε. Απο την αθιβολή. Πέρα όμως απο το άπειρο, σπάνε τα ειωθότα. Ως φίλος που έλειπε, το φως, καταφθάνει. Στην κατα'ι'δρωμένη ενατένιση του ''εντός''. Ο εξάρχων του διάφανου, κάτω απο το αδιάκριτο βλέμμα μιάς ενοχλητικής παρουσίας, στο νου. Που υφαίνει τη δημιουργία μέσα στο κρυστάλινο συναίσθημα. Που διψάς για να το νιώσεις. Το πρώτο βιολί της ορχήστρας των βλεμμάτων, χαμένο στις νότες του. Στις σημειώσεις του ατέρμονου. Και η ορχήστρα συνεχίζει να παίζει, ερήμην του συνήθους. Πέρα απο το μετά, σπάνε οι κύκλοι. Και βυθίζεσαι. Σε ποταμό υπόγειο. Που απο ένα άνοιγμα μπαίνει το φωτεινό γαλανό, που θα σου δώσει τ' όνομά σου. Την ερμηνεία του ονόματός σου. Γιατί πρέπει να μάθεις τελικά τι σημαίνεις. Για το εντός σου. Που μεχρη τώρα, μηχανικά σχεδόν, άκουγες την επίκλησή του. Χωρίς να την αποκωδικοποιείς. Ερήμην του νοήματός σου. Ερήμην του νοήματος των τεκταινομένων. Των αφημένων στο άγγιγμα, πυ ερωτοτροπεί με την αναζήτηση του ουσιαστικού. Του χαμένου στους επιθετικούς προσδιορισμούς του. Ένα δελφίνι πίσω απο το αυτί μιας στιγμιαίας προσμονής. Που ψάχνει για τους ήχους του οικείου αγγίγματος. Χαμένου στο ανεξήγητό του. Μέλισσα, που χάθηκε ψάχνοντας τη γύρη, μέσα σε έναν μεταμφιεσμένο χειμώνα σε άνοιξη. Πέρα απο το μετά, είναι η συνειδητοποίηση του νοήματος. Και ο εξαγνισμός που έρχεται όταν μαθαίνεις. Αυτό που φέρνει το κύμμα. Κάθε που επανέρχεται. Εντελώς καινούργιο κάθε φορά. Αναιρόντας τη μαθητεία σου. Στη σιωπή. Ο εξάρχον παίζει μόνος του τώρα. Ερήμην του ρυθμού. Έναν σκοπό δικό του. Και προς μεγάλη του εκπληξη, η ορχήστρα ακολουθεί. Ερήμην των κατεγεγραμμένων. Οι μεταμορφώσεις του ποιητή, φτιάχνουν τελικά το ποιήμα. Ως άρωμα ενός ανθού αόρατου. Που σου αφήνει το μύρο του. Αόρατο στην ενατένιση. Αλλά τόσο έντονα ορατό στις υπόλοιπες αισθήσεις σου. Και 'συ, χάνεσαι για μιά στιγμή στο αιθέριο. Ως γαλάζιος καπνός απο το καμμένο ξύλο του ηλιόφωτου. Που χαρίζει μιά φρέσκεια αναπτέρωση στο νού. Κραυγή μιάς χαμένης οπτασίας. Και μετά το κρυστάλλινο επανέρχεται. Μιά συνεχώς παρούσα απουσία. Ως σελήνη που ανέτειλε το καταμεσήμερο. Πίσω απο τα μακριά μαλλιά των ηλιαχτίδων. Πέρα πο το μετά, η διαδρομή του αναπάντεχου. Του διάφανου. Ως αιθέρια πέπλα τα οποία γδύνεται η Μαινάδα. Σε έναν εκστατικό χορό. Ζητώντας ''την κεφαλήν επι πινάκι'' των ειωθότων. Απόλυτα βέβηλη γαλήνη. Ο εξάρχων αυτοσχεδιάζει, εκπλήσοντας τον μαέστρο. Που δεν ξέρει πια πως να διευθύνει. Είναι τότε, που γίνεται του ποιήματος η γέννα.