Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2015

ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΕΦΗΜΕΡΟ

ΤΟ ΑΙΩΝΙΟ ΕΦΗΜΕΡΟ

Ένα ποιήμα κατω απο τις φυλλωσιές δενδρου εξωτικού. Μιά τόση δα ανάσα πίσω απο τον καπνό που αφήνει ένα εφήμερο χάδι. Ένα τόσο αιώνιο εφήμερο. Και η γηραιά πολυτελής σιωπή, να περνά. Με βήμα αργό- fame fatal των καιρών του μεσοπολέμου. Σ' ένα πολυφωνικό τρίο η παραλλαγή του πληγωμένου αγγίγματος. Έφηβες φωνές. Ζύθος στα χείλη ενός περαστικού φωτός. Κρυμμένου πίσω απο μοναχικές αιωνιότητες. Και 'συ ακουμπισμένος σε μια ακίνητη φωτιά. Που περιγελά τις αθιβολιές σου. Και τις κάνει πλάνο σε μιά συνεφιασμένη ταινία. Χαμένη πίσω απο ένα ταφτάνι που ανεμίζει. Βήματα περαστικά στο τόσο ξένο οικείο. Η αναβάθμηση του συνήθους, σε περιέργως μακροσκελές χα'ι'κού. Γραμμένο πριν απο τους αιώνες μιάς στιγμής. Που αρνήται τους καιρούς. Ως γέλιο χθόνιας θεάς. Αιωνίως νέο. Και 'συ στο πέρα 'πο το μετά των διαδρομών. Ψάχνοντας το γέμισμα μακρινών φεγγαριών. Μακρινών νεράιδων. Χαμένων πίσω απο την αυλαία. Μιάς παράστασης ερήμην του χορικού. Ερήμην του κορυφαίου του χορού. Ερήμην τωνσκιών. Του δικού σου κρυμένου φωτός. Μέσα σε βλέμματα αγνωστα. Ψάχνεις χωρίς να ξέρεις τι. Χαμένος σε πολύχρωμα δαιδαλώδη σοκάκια, μιάς ανεξερεύνητης σκέψης. Περιπατητής που χαζεύει το εφήμερο. Χωρίς να νοιάζεται που είναι χαμένος. Γιατί αισθάνεται οτι ο δρόμος παραμένει εκεί. Άγνωστος. Μα με οικείο συναίσθημα. Που το δίνουν οι μυρωδιές απο τζ βόταανα. Των δικών του κορυφών. Του δικού του πετάγματος στο πέρα. Στο μετά. Σ' αυτό που φέρνει το αυθόρμητο. Το επι τα εκτός των περιγεγραμμένων. Αγρίμι. Με μάτια ως ουρανός διάφανος. Σε σκοτεινούς καιρούς. Σε σκοτεινές παρουσίες. Ένας ουρανός αγρίμι. Ως σκέψη περιπλανόμενη. Σε βύθιους πόθους. Σε πάθη, μη πολιτικά ορθά. Γυμνός θεός. Γυμνός δαιμονας. Στο κατακάθι του καφέ, διαβάζεις ως αρχαίος μύστης, κρυμμένα μηνύματα. Μια αναποδογυρισμένη προφητεία. Αρκεί να σκεφτείς ασυνήθιστα για να ξεφύγεις απο τα ειοθώτα. Και να χαθείς στο αιωνια εφήμερο. Ως περιπλανόμενη σκέψη στις εξωτικές αγορές του σιωπηλού εντός σου. Ως χείλη ριγμένα στον άνεμο.

Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015

ΧΑΜΕΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

Ηλιε, χαμένε ουρανέ, που τριγυρνάς απόψε ; Σε ποιούς κρυφούς λαβύρινθους, ψάχνεις μα δε με βρίσκεις ; Φως, σε κοιτώ κατάματα. Σκοτείνιασες το νου μου. Και τρέχω μ' άτια φτερωτά, πάνω σε κρυφές σκέψεις. Σε χαμένες αθιβολιές. Σιωπηλή μιλιά μιά αλμύρα συντροφος. Μιά απουσία σύντροφος. Ένα όνειρο σύντροφος. Οσο κι αν τρέξεις σιωπή, προηγήται η αλμύρα. Χαμένων θαλασσών. Και χαμένων φάρων. Μιά θύελλα- νόημα και ουσία. Πίσω απο τους αστερισμούς, που πίνουν το σώμα και το αίμα της σιωπής. Και κρυφακούν την ανάσα του λυκόφωτος. Που αναβάλλει τοδώρο του Μορφέα. Η νύχτα καπνίζει το τελευταίο τσιγάρο της.Σκαλισμένα τ' αστρη, πάνω στο μέταλλο της σιωπής. Που γίνεται ακονισμένη λάμα. Πάνω στην απουσία. Κι έχει γραμμένο πάνω της μιά δεκαπεντασύλλαβη πνοή. Μιάν γαλαζοπράσινη αύρα. Της σκέψης που χάνεται. Στο μετά μιάς παρουσίας φευγάτης. Στο πέρα απο το μετά. Στο τώρα. Γιατί το πέρα απο το μετά γίνεται τώρα αν το θέλεις πολυ. Σκοτεινό βλέμμα μέσα σε μια στάλα φως. Σκοτεινό πέρα. Και συ χαμένε ουρανέ που τριγυρνάς απόψε ;

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

Ο ΕΞΑΡΧΩΝ ΤΟΥ ΔΙΑΦΑΝΟΥ

Ο ΕΞΑΡΧΩΝ ΤΟΥ ΔΙΑΦΑΝΟΥ

Μιά αδόλως επιμένουσα στιγμή. Να γίνει συνειδητά αισθητή. Απο το βλέμμα που είναι χαμένο. Στο πέταγμα του ηδυπαθούς φωτός, μέσα στις σκιές της επιθυμίας. Εξαγνισμός. Απο το κρύο νερό που προσφέρθηκε. Απο την αθιβολή. Πέρα όμως απο το άπειρο, σπάνε τα ειωθότα. Ως φίλος που έλειπε, το φως, καταφθάνει. Στην κατα'ι'δρωμένη ενατένιση του ''εντός''. Ο εξάρχων του διάφανου, κάτω απο το αδιάκριτο βλέμμα μιάς ενοχλητικής παρουσίας, στο νου. Που υφαίνει τη δημιουργία μέσα στο κρυστάλινο συναίσθημα. Που διψάς για να το νιώσεις. Το πρώτο βιολί της ορχήστρας των βλεμμάτων, χαμένο στις νότες του. Στις σημειώσεις του ατέρμονου. Και η ορχήστρα συνεχίζει να παίζει, ερήμην του συνήθους. Πέρα απο το μετά, σπάνε οι κύκλοι. Και βυθίζεσαι. Σε ποταμό υπόγειο. Που απο ένα άνοιγμα μπαίνει το φωτεινό γαλανό, που θα σου δώσει τ' όνομά σου. Την ερμηνεία του ονόματός σου. Γιατί πρέπει να μάθεις τελικά τι σημαίνεις. Για το εντός σου. Που μεχρη τώρα, μηχανικά σχεδόν, άκουγες την επίκλησή του. Χωρίς να την αποκωδικοποιείς. Ερήμην του νοήματός σου. Ερήμην του νοήματος των τεκταινομένων. Των αφημένων στο άγγιγμα, πυ ερωτοτροπεί με την αναζήτηση του ουσιαστικού. Του χαμένου στους επιθετικούς προσδιορισμούς του. Ένα δελφίνι πίσω απο το αυτί μιας στιγμιαίας προσμονής. Που ψάχνει για τους ήχους του οικείου αγγίγματος. Χαμένου στο ανεξήγητό του. Μέλισσα, που χάθηκε ψάχνοντας τη γύρη, μέσα σε έναν μεταμφιεσμένο χειμώνα σε άνοιξη. Πέρα απο το μετά, είναι η συνειδητοποίηση του νοήματος. Και ο εξαγνισμός που έρχεται όταν μαθαίνεις. Αυτό που φέρνει το κύμμα. Κάθε που επανέρχεται. Εντελώς καινούργιο κάθε φορά. Αναιρόντας τη μαθητεία σου. Στη σιωπή. Ο εξάρχον παίζει μόνος του τώρα. Ερήμην του ρυθμού. Έναν σκοπό δικό του. Και προς μεγάλη του εκπληξη, η ορχήστρα ακολουθεί. Ερήμην των κατεγεγραμμένων. Οι μεταμορφώσεις του ποιητή, φτιάχνουν τελικά το ποιήμα. Ως άρωμα ενός ανθού αόρατου. Που σου αφήνει το μύρο του. Αόρατο στην ενατένιση. Αλλά τόσο έντονα ορατό στις υπόλοιπες αισθήσεις σου. Και 'συ, χάνεσαι για μιά στιγμή στο αιθέριο. Ως γαλάζιος καπνός απο το καμμένο ξύλο του ηλιόφωτου. Που χαρίζει μιά φρέσκεια αναπτέρωση στο νού. Κραυγή μιάς χαμένης οπτασίας. Και μετά το κρυστάλλινο επανέρχεται. Μιά συνεχώς παρούσα απουσία. Ως σελήνη που ανέτειλε το καταμεσήμερο. Πίσω απο τα μακριά μαλλιά των ηλιαχτίδων. Πέρα πο το μετά, η διαδρομή του αναπάντεχου. Του διάφανου. Ως αιθέρια πέπλα τα οποία γδύνεται η Μαινάδα. Σε έναν εκστατικό χορό. Ζητώντας ''την κεφαλήν επι πινάκι'' των ειωθότων. Απόλυτα βέβηλη γαλήνη. Ο εξάρχων αυτοσχεδιάζει, εκπλήσοντας τον μαέστρο. Που δεν ξέρει πια πως να διευθύνει. Είναι τότε, που γίνεται του ποιήματος η γέννα.


Τρίτη 17 Νοεμβρίου 2015

ΕΠΙ ΤΑ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΩΝ

ΕΠΙ ΤΑ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΩΝ

Δρόμοι στα τρίσβαθα της αβύσσου. Δρόμοι στα τρίσβαθα του νου. Εναιώρησις του απύθμενου. Μέσα σπο το θνητό φως, αναδύεται η στιγμή. Κελάηδισμα που ρέει, απο αόρατο ερωδιό, η ανάσα. Καθώς αναδύονται οι σκιές απο τις ηλιαχτίδες. Αύρα. Μια αύρα- προσφυγας, στην αυγή. Στις εσχατιές της αυγής. Καθώς γύρισαν οι αστερισμοί, επι τα εκτός των εγγεγραμμένων. Στους παλιους, σκονισμένους παπύρους. Τους χαμένους μέσα στους Έρωντες του εκκωφαντικά φωτεινού. Μειδίαμα απλωμένο. Ως η λευκή γενειάδα, ενος ονείρου- ασκητή. Σε μιά μακρινή αυγή. Που ανασαίνει στο πρώτο άγγιγμα. Υπαίθριο παζάρι οι σκέψεις. Ξάρτια που θρο'ί'ζουν σε συγχορδία με το κελάτισμα ενός κύμματος μοναχού, στην απεραντοσύνη. Ορίζοντας χαμένος στην αγκαλιά της πάχνης. Που μόλις έφτασε απο τον μύθο της νεράιδας. Που πλέκει τα τραγούδια της πλεξίδες, στην αυλή του ήλιου. Ταξίδι που αργεί να ξεκινήσει. Απο την άκρη του σκοταδιού. Μετέωρη σκιά. Χορεύει μόνη. Στην πολύβουη συνάθρηση των σιωπών. Μετάφραση των ονείρων, τα βήματα του σπουργιτιού. Σκέψη που ακροβατεί, στο απλωμένο υφαντό του φωτός. Μοναχικό γαλανό. Χαμένο μέσα στην απεραντοσύνη του. Περιπλανόμενο άλικο ρόδι. Σπασμένο στο ασπρισμένο κατώφλι των εσώτερων εσχατιών. Αναμένει. Αγραφος λόγος, το νεύμα της κρινοδάκτυλης. Παλιές μυρωδιές σε μιά ανασύνταξη εικόνων. Του νου. Της καρδιάς. Του πόθου. Της τσιγγάνας ώρας. Η γραμμή του ορίζοντα διαγράφει. Και το βλέμμα ελευθερώνεται. Στην αναζήτηση ενός μετέωρου αγγίγματος. Ξένοι ήχοι. Συντροφιά στην εναιώρηση. Στους κρεμαστους κήπους του περιπλανόμενου μύθου. Του περιπλανόμενου ονείρου. Των περιπλανόμενων σκέψεων. Επι τα εκτός των εγγεγραμμένων...

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2015

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΓΑΛΑΖΙΟ

Ένα φως πάνω απο τις λέξεις. Μιά σκιά που αργοπεθαίνει απο πόθο, στο άγγιγμα των ηλιαχτίδων. Ακολουθεί ο δρόμος, το κρυφό γαλάζιο. Που ταξιδεύει στους ωκεανούς, καθώς λύνει τα μαύρα της μαλλιά η στιγμή. Και σκεπάζει όλα τα ''θέλω''. Προστατεύοντάς τα, απο το ανέφικτο. Ένα φως μέσα στο βλέμμα τ' ουρανού. Που αποκαλείπτει την κρυφή ελεγεία. Περαστικό βλέμμα. Στο αναπάντεχο. Βήματα απο φτερωτούς πόθους. Νηρηίδα, που φόρεσε τη νύχτα για πέδιλα. Κι αυτή, αναστέναξε και χάθηκε στον πρώτο λόγο της αυγής. Μιάς αυγής ευχής. Ολόφωτης. Παλεύουν οι ηλιαχτίδες με τον καπνό μιάς σκιάς, που πεθαίνει στην πρώτη ρουφηξιά. Το φως ταξιδεύει. Και ταξιδεύεις και 'συ μαζί του. Σε κήπους κρυφούς, που ανθίζει το χάδι. Σε κήπους κρυφούς, που γνέθεται το κρυφό υφάδι. Αδυσώπητο λευκό. Εκτυφλωτικά καθαρό. Σαν σεντόνι φρεσκοπλυμένο. Απλωμένο στο περβάζι του ''είναι''. Κάτω απο φυλλωσιές απο φωτια. Που σιγοτραγουδά- καυτή, νιογέννητη ρακή- η επιθυμία. Χρώμα απο βύσσινο γλυκό, πάνω στο στήθος του γαλάζιου. Γοργόνα που τραγουδά το έπος για τις χαμένες στεριές της. Έρωντας. Που μοσχοβολά άνοιξη. Στο καταχείμωνο. Που μπέρδεψε τις διαδρομές του. Και ξαφνικά, έγινε καλοκαίρι. Ατίθασο άτι, χάνεται σε μιά ολόφωτη πάχνη. Από ευχές. Καφές που αφίχθηκε ως δώρο. Στην αφύπνιση. Μια ομορφιά που ζητά να μοιραστεί τον λόγο. Και η επιθυμία, ζητά απο το φως να παρατείνει το υφάδι του. Για να χορτάσει η στιγμή τις ευχές. Για να γεμίσει το είναι με τις ευχές. Για να γεμίσει το χάδι απο τις ευχές. Απο το φωτεινό υφάδι. Βότανο μυρωδάτο, πάνω στη λαβωμένη σκέψη. Πάνω στη λαβωμένη στιγμή. Πλανώδιο ποιήμα. Γραμμένο πάνω στις ρυτίδες του ατελεύτητου. Γραμμένο πάνω στις ρυτίδες του φωτός. Γραμμένο πάνω στο τώρα. Που λες και τα καλυψε όλα. Σαν υφαντό που μόλις γεννήθηκε, απο τον αργαλειό μιας θεάς. Που δραπετευσε απο τον μύθο. Για να χαθεί στο χάδι του αυγερινού. Σπουργίτι μοναχό πάνω σ' ένα τραγούδι. Που κρυφογελά πίσω απο τον χαρούμενο ρυθμό. Μυρωδιά απο τον καπνό του μελισσοκόμου, καθώς καπνίζει τις μέλισσές του. Μυρωδιά απο θυμάρι. Στα μαλλιά του χειμώνα. Που δε θα'ρθει τελικά. Ευτυχώς. Πλανώδιο άλικο. Πλανώδιο χαμόγελο. Ήχος απο γράμμα που μόλις έφτασε. Η προσδοκία, γίνεται πραγματικότητα αν την ευχηθείς απο καρδιάς. Τσιγγάνικο άλικο. Που φέρνει χίλια-δυο καλούδια, η στιγμή. Απροσδόκητο άλικο. Ως τα κόκκινα χείλη θνητής θεάς που καπνίζει τους καιρούς. Με ένα πονηρό μειδίαμα. Ο χρόνος σταματά μέσα στην αιωνιότητα. Σαν ένα διαρκές χαμόγελο σε μιά παλιά φωτογραφία. Που παραμένει αενάως καινούργιο. Μια αενάως έφηβη αιωνιότητα. Που την αγκαλιάζει το αδιάκριτο βλέμμα όλων των καιρών. Που ανυπομονούν να γίνουν τραγούδι. Με στίχους, ως πέταλα ανθέων ατάκτως εριγμένα, στο μπερδεμένο ηλιόφωτο. Ένας Μάης μέσα στο Νοέμβρη. Το χάδι στην ουλή της πληγής. Όταν η σιωπή παύει να μιλά, γίνεται διαδρομή.

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015

Ο ΘΥΜΟΣ ΤΗΣ ΠΛΗΓΗΣ

Μιά θυμωμένη πηγή. Το αχαρτογράφητο αναρωτιέται. Αν θα πρέπει να ενδώσει στη σκέψη. Που, ηδυπαθώς, αναλίσκεται. Εχει φύγει απο τον δρόμο. Και περιπλανιέται. Και πλανιέται επίσης. Απο ένα θνησιγενές φθινόπωρο, σ' έναν νιογέννητο χειμώνα. Ένα σιωπηλό φως πίσω απο τα νέφη.
Αραχνο'υ'φαντο άγνωστο. Και μέσα στο υφάδι του, μπλεγμένη η προσδοκία του ανέφικτου. Κάτω απο το γαλάζιο, κοιμάται εναγωνίως το όνειρο. Στίς ρωγμές του ''πέρα''. Που αναδύονται οι σκιές. Με φτερά ορθάνοιχτα. Στις ρωγμές των ρυτίδων του σήμερα. Που, γερνά, σχεδόν ανυπόμονα. Κθώς μίκρυνε ο χρόνος. Διαβάτης απρόσεχτος, που δεν φαινεται να τον ενδιαφέρει η αφιξη. Χάνεται μέσα στη πάχνη της διαδρομής. Μιάς ξένης διαδρομής. Γαντζώνονται στα κλειδιά ενός άδειου πεντάγραμμου, άγνωστες μουσικές. Που τις ψυχανεμίζεται η ψυχή. Μα που δεν τις εχει γράψει ακόμη. Ένας ουρανός στα πόδια του ξωτικού. Που δραπετευσε απο τους μύθους σου. Και τρέχει. Ξεφεύγοντας απο τα περιγεγραμμένα λιθάρια του νου. Το ''μετά'' είναι εδώ. Πρόσφυγας του ''εντός''. Σ' ένα συναίσθημα ξένο. Ένα απρογραμμάτιστο λυκαυγές της ψυχής, το αυριο. Γραφή γραμμική που δεν μπορείς να την διαβάσεις. Κι όμως αυτή, επιμένει να σου μιλά. Με το πρώτο πέταγμα του φωτός. Μέσα στο ανείπωτο. Που θέλει να ειπωθεί, είναι ο Μαντατοφόρος Ερμής. Μέσα στα χρυσά μαλλιά του Απόλλωνα. Ένας Ορφικός Υμνος. Που τον τραγουδούν μόνο οι μυημένοι. Μα εσύ ξέχασες το μύρο. Και χάθηκες. Ως σκιά στο πρώτο άλμα του Φαέθοντα. Πεπειραμένο είναι το άπειρο. Στην αναζ'ητηση. Σημάδια σε μια σχισμή του σήμερα, η προσδοκία. Ένας ποιητής που ξέχασε τα αρχαία έπη. Και φτιάχνει δικά του τώρα. Όταν θυμώνει η πηγή, βγάζει πιο πολύ νερό. Όταν θυμώνει η πληγή, γίνεται τραγούδι.

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

Ο ΗΧΟΣ ΤΗΣ ΝΙΦΑΔΑΣ

Ειναι σύντροφος,
η αλμύρα....
Που αφήνει, τις πηγές σου,
ν' ανοίγουν....
Κάθε που ακούγεται,
ο ήχος,
απο τις νιφάδες της σιωπής....

ΜΙΑ ΟΜΙΧΛΗ - ΛΟΓΧΗ

Καμμιά φορά το τιποτα,
είναι καλυτερο....
Είναι πιο διαυγές....
Απο μια ομίχλη - λόγχη....

ΣΚΟΤΩΜΕΝΟ ΑΛΙΚΟ

Φτερά ανοιγμένα...
Φέρνουν οι καιροί,
το σκοτωμένο άλικο....
Πάνω στο σκαρί της σιωπής σου....
Βλέπεις το συμπαν,
κοιτόντας επι τα εντός....

ΛΥΚΑΙΝΑ

Στο πέρασμα της Αιωνίας,
ρωγμές,
οι ρυτίδες της δύσης...
Στην ανάσα της λύκαινας....

Τετάρτη 21 Οκτωβρίου 2015

ΞΩΤΙΚΟ

Σβύνω μιά γόπα - πόνο....
Κι ύστερα,
ανάβει η νύχτα...
Ξωτικό...
Αυτό,
που μπορεί να συμβεί...

ΧΑΔΙ

Μέσα απ' τις σκιές...
Ενα υφάδι - φως...
Γυρίζεις πάντα,
εκεί π' αγαπάς...

ΚΡΥΦΗ ΕΛΕΓΕΙΑ

Μιά σιωπή - Έρωντας...
Βλέμμα στο βαθύ...
Γεράκι, που' χασε το δρόμο του...
Σαλπάρω....
Ξεμακραίνει το κοντά...
Και το φως,
σιωπηλός τροβαδούρος,
του ''όλα''....

ΜΕΤΑ....

Ανάβω μιά γαλήνη...
Ακόμα κι η ομίχλη, έχει σκιά....
Μετά, θα δούμε...

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ - ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ

Μαύρε ανθέ του δειλινού, το χάδι σου ειναι δυόσμος, μαύρες σκιές π ' ακροβατούν, των λογισμών μου, κόσμος.

Ηρθες, φιλί του γιασεμιού, του ταξιδιού μου ακρη, χίλιες τσ' ερήμου μάγισσες και της αυγής μου δάκρυ.

Σκέψεις μου καβαλάρισσες, κουρσέψατε το νού μου, είστε τ' ανέμου άγγιγμα, στ' αδράχτι του καιρού μου.

Κι είναι τ' αόρατα, φωνές, ψυχές απου κοιμούνται, στο χάδι, στην ανάσα σου, άνεμοι που θυμούνται.

Ψάχνω κρυφά τσ' αστερισμούς, να τους αγγίξω τώρα, σα ταξιδιάρικο φαρί, στων λογισμών τη μπόρα.

Φορώ τ' αγγέλου το νερό, του νου μου, πανοπλία, φτερά στις πλάτες εβγαλα κι ειν' η αυγή, αιτία.

Πηγή του κόσμου, Έρωντα, κρυφή πληγή τ΄ανέμου, σκιά το δάκρυ τ' ουρανού, λόγια δικά σου, θέ μου.

Ήλιε μου και σε πλάνεψε του νου μου η αγκάλη και μονομιάς σκοτείνιασες, στης μοναξιάς τα κάλλη.

Ετσά κρυφά η σιωπή, το βλεμμα μου καρφώνει κι έγιν' η θυμηση γητειά, το νου μου μαρμαρώνει.

Άστρο που έγινες τροχός, αδράχτι που γυρίζει, του Έρωντα το γύρισμα, φεγγάρι που ζαλίζει.

Βλέπω τ' αστέρια να γυρνούν, θα φέρει καταιγίδα, το εδικό σου τ' αγγιγμα, δορυ 'ναι, μα κι ασπίδα.

Λόγια πορφυρογέννητα τα λόγια σου στο νού μου, βοτάνι που' μεινε κρυφό στ' αίμα του λογισμού μου.

Οι ασκιανοί απού γλακούν στης σκέψης μου το δώμα, γεννήσανε τσ' αστερισμούς, στης νύχτας μου το σώμα.

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ Η ΑΝΑΣΑ

Σ' ένα βαλς στροβιλίζεται η νύχτα. Και είναι οι περιστροφές της, του ανέμου γητειά. Του Έρωντα γητειά. Είπες, είναι δύσκολες οι αποχρώσεις τ' ουρανού. Είπες, είναι δύσκολα τα ηχοχρώματα της θάλασσας. Ένα διάφανο, που γεμίζει το βυσσινί απο τα νύχια της ιέρειας. Που με μιά αδιόρατη διαύγεια πίσω απο τις ομίχλες της, ψιθυρίζει στη σιωπή. Και της λέει, λόγια άλικα. Γεμάτα απο φτερουγίσματα και ανάσες. Γεμάτα απο ρίζες βαθιές στα αόρατα. Αυτό το άγνωστο είναι η ομορφιά. Κρύβει μέσα του όλες τις προοπτικές και τις πιθανότητες. Ολα τα όνειρα. Στα πλήκτρα ενός πιάνου σε μιαν έφηβη σύνθεση. Είναι σα να ξυπνά πρίν το χάραμα. Και νιώθει. Και αφουγκράζεται. Το ''πέρα'', είναι αδράχτι. Και γνέθει. Με έναν ρυθμό γρήγορο. Που ανακουφίζει όλο το είναι. Που σου λέει οτι πέρασε η καταιγίδα. Κι ένας Αρχάγγελος με ανοιγμένα τα μαύρα φτερά του. Κρατώντας τη ρομφέα του, στο ένα χέρι. Και στο άλλο το άπειρο. Ένα διάφανο άπειρο. Που μέσα του βλέπεις τους κόσμους σου. Τα σύμπαντά σου. Ένα επικό ηχόχρωμα, γεμάτο απο το ασυνείδητό του. Που λέει οτι η παράσταση πρέπει να συνεχιστεί. Κι ας κρύβεσαι εσύ πίσω απ' τα δάκρυά σου. Σαν ένας καταράκτης, που τα νερά του απλώνονται, ως αυλαία, επί της σκηνής του ορίζοντα. Και το χάδι, ένας απο μηχανής θεός στο μινόρε σου. Επικίνδυνη γαλήνη. Που τη θέλεις και σ' ανακουφίζει. Αλλά αναρωτιέσαι. Ποιές φωτιές να κρύβει άραγε ; Κάποτε, ένας βράχος μέλανας, στάθηκε πάνω απο την ανάσα. Μα, αυτή ήταν πιο δυνατή, σαν το υδάτινο χάδι. Που ακούς το ψιθύρισμά του στο θάνατο του καλοκαιριού. Ύστερα η απλοχωριά του φωτός που ανασταίνεται. Στον αιώνιο κύκλο του. Στον αιώνιο κύκλο σου. Που στροβιλίζεται στο μύρο. Απο τα εξωτικά σου συναισθήματα. Απο τους δρόμους της Ανατολής. Εκεί που κρυβονται οι ποιητές. Χαμένοι στα φιλήδονα χείλη του εκλεκτού ομορφου εφηβου του Δία. Που τον κερδίζει πάντα ο Έρωντας όταν παίζουν ζάρια μαζί. Πάντα με δόλο. Ως είθισται να κάνουν οι Έρωντες. Και που εύχεσαι να σε κερδίζουν και σένα πάντα. Μέσα σε λιβάνια και σπάνια αρώματα απο βότανα που φυτρώνουν στα πιο απόκρημνα μέρη του είναι. Ίσως τελικά να ήρθε το ''μετά''. Και να πέρασε. Και τώρα, να είσαι εσύ στο ''πέρα''. Μια σιωπηλή ηδονή. Πέρα απο στιγμές στα σύμπαντα. Που τις μασάς σα τα φύλλα στα χείλη της Πυθίας. Που θα γίνουν μετά, λόγια προφητικά. Αλλά έτσι διατυπωμένα, που να πιάνουν όλες τις πιθανότητες. Έχεις ένα ασυνείδητο – Πυθία λοιπόν. Μαύρο άτι, που αναπηδά πάνω απο τα εμπόδια. Και γίνεται αστερισμός. Και στα φτερά του θα πιαστείς, κάθε που ξημερώνει. Και είσαι σ' ένα γλέντι με τους χα'ί'νιδες και τους κουρσάρους του νου σου. Και γλεντάς σε κλιμακα ελάσσονα. Είναι περίεργο πως ο πόνος, γίνεται τρικούβερτο γλέντι, πάνω στα γκρέμνα των λογισμών. Τριγυρίζεις στις αγορές, ακούγοντας τους πιο κρυφούς ήχους του ''μετά''. Ξέχασες τον ουρανό σου φεύγοντας. Κι αυτός έγινε πένα στα χέρια κάποιου κρυμένου ποιητή. Μέσα στη πάχνη της αυγής που αργεί. Χαμένη στα σταυροδρόμια της σκέψης. Εκεί που σε βρήκα. Πάλι. Στο ''μετά''. Στο ''πέρα''. Εκεί, στα νησιά, απέναντι απο την πόλη που είναι σε χέρια βαρβαρικά. Μα, εσυ, συνεχίζεις να γράφεις στη σκέψη μου, τις ελεγείες σου. Αγαπημένη του Αλκμάνα... Μιά ιαχή βγαλμένη πάνω απο τις νότες. Μιά ιαχή, βγαλμένη πάνω απο τις σημειώσεις των αστερισμών. Των γραμμένων με το βλέμμα των γερακιών. Που χάνονται στον ορίζοντα. Κάθε που ξημερώνει. Κυνηγόντας, στο φως που ανεβαίνει και που νιώθεις την ανάσα του.

Κυριακή 18 Οκτωβρίου 2015

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ - ΟΝΤΕ ΘΑ ΦΥΓΩ ΔΕ ΓΥΡΝΩ....

Βαθύ ειναι το πέλαγο, μα πιο βαθιά η σιωπή του, δύτης εγώ κι ακροβατώ, στο τέλος στη αρχή του.

Ανάσα φλογισμένη μου σε ξεγραψ' απ' το νου μου, ως όριζε ο ορίζοντας το τέλος τ' ουρανού μου.

Πλύθηκε πάλι ο νοτιάς με φλογισμένο δάκρυ και της νυχτιάς μου του' δωσα, να σκουπιστεί την άκρη.

Κρυφέ τ' ανέμου λογισμέ, κάστρο μου κουρσεμένο, ανθέ, π' ανέμου τ' άγγιγμα, σ' αφησε μαγεμένο.

Στην ερημο για να νιφτείς, σταλιά νερό δεν έχει, κανε το δάκρυ σου πηγή και πλύσου όντε τρέχει.

Αρχάγγελέ μου, αν μ' ακούς να έρθεις καβαλάρης, αγρίμια οι πόνοι κι αλιχτούν, τραγούδα πριν τους πάρεις.

Σ' ένα φεγγάρι- σιωπή, σε μιάς αυγής το δάκρυ, σκαρφάλωσα για να τη δω της νύχτας μου την άκρη.

Οντε θα φύγω, δε γυρνώ, κάστρα μου κουρσεμένα, βαθιά τσιγάρου ρουφηξιά, είναι τα περασμένα.

ΑΕΙΘΑΛΗΣ ΜΑΧΗ

Κι όταν περάσει το κουρνιαχτό κι η αντάρα, τότε θα σταθείς. Βρεγμένο αγριοπούλι στην πιο ψηλή κορφή. Εκεί που φυσούν μανιασμένα οι αέρηδες. Και ' συ , με φτερά μαζεμένα, θα συλλογισθείς. Η θύελλα πέρασε, μα δε σε πήρε μαζί της. Το βλέμμα, ένας ορίζοντας που έχασε ότι όριζε. Το βλέμμα, ακόμα πιο μακριά. Στην απεραντοσύνη. Κι ακόμα πιο μακριά. Στο φως το νιογέννητο σε μακρινά σύμπαντα. Τόσο μακρινά, όσο το νιογέννητο εντός. Που μόλις το βλέπεις ν' αχνοφεγγίζει. Όταν η σκόνη απο τα ακόντια θα κατακαθίσει. Ιδρώτας μαύρος. Σαν απο τα φτιασίδια των ματιών, γυναικών της ερήμου, που δακρύζουν. Και η αιτία, ένα μυστήριο. Που κρύβεται πίσω απο της ψυχής τα πλάτη. Εκει που δεν υπάρχουν τα στολίδια που, επίκτητα, έβαλες, στο νου, στη καρδιά, στο σώμα. Το υλικό και το άυλο. Νύχια ψεύτικα. Που δεν είναι δικά σου. Ισως για να σου θυμίζουν την αληθινή σου φύση. Του αρπακτικού. Κι ας φαίνεσαι στα μάτια του Έρωντα, ως λυγερός κύκνος. Εκεί στην ανεμοδαρμένη άκρη του δικού σου σύμπαντος. Περιπλανήθηκες. Και πλανήθηκες. Απο μεταμφιεσμένους εγωισμούς. Με αντάλλαγμα βαρύ. Κρέμασες τη ψυχή σου στο όρος. Κι αυτό την περίθαλψε. Δίνοντάς της το βλέμμα. Ένα απύθμενο βλέμμα. Που πάει μακριά. Πιο μακρια απ' οτι εσύ ευχόσουν. Η αλήθεια. Πολυφωνικό τραγούδι, στην αρχαία, δική σου, λαλιά. Που δυσκολεύεσαι τώρα να το αναγνωρίσεις. Μα παρ' ολ' αυτά, ξέρεις τι λέει. Ξέρεις το νόημά του. Το μετά είναι εδώ. Εσυ είσαι το μετά .Το νέο. Το κεντημένο με όλες τις πληγές. Που αναγνώρισες οτι είναι δικές σου. Στο πόλεμο με τη δική σου αειθαλή μάχη. Που δεν πέφτουν τα φύλλα της ποτέ. Κι αν περνούν καταιγίδες. Κι αν περνούν Εφιάλτες. Κι αν τα παραπόρτια του κάστρου, ανοίγουν, απο χέρια δικά σου, για τους βαρβάρους. Είναι δύσκολος ο δρόμος για το μετά. Ωστόσο, η πρώτη ανάσα στο μετά ειναι. Σα να ξαναγιενιέσαι οπως η αιώνια πληγή του Προμηθέα. Μια αειθαλής πληγή. Που θα σε πάει σε μονοπάτια καινούργια. Που θα σε οδηγήσουν στο διαφορετικό εαυτό. Πιο κοντά στην αλήθεια σου. Γιατί η αλήθεια σου σε κανει διαφορετικό. Όταν δεχθείς τις πληγές σου. Η διαδρομή είναι μεγάλη και δύσβατη. Κρύβει αγρίμια και θεριά. Κρύβει ξωτικά, νεράιδες και γοργόνες. Κρύβει την αθάνατη βελανιδιά. Απ' όπου θα κάνουν τα ιερά ραβδιά τους, οι μύστες. Που θα διαφεντεύουν τους ανέμους σου. Όταν εσύ λείπεις. Στις ατέλειωτες διαδρομές του μετά. Χωρίς να ρωτάς πια. Χωρίς να απαντάς πια. Μα, σε μια ατέρμονη συνομιλία θα είσαι. Με το αγέννητο φως. Ο δρόμος θα σου κρατά συντροφια στις ατέλειωτες σιωπές των οριζόντων. Η απώλεια είναι μια Αχερούσια ευχή. Το μετά είναι μια Αχερούσια ευχή. Εκεί στην πιο ψηλή ανεμοδαρμένη κορφή. Απο όλους τους αέρηδες. Τους δικούς σου . Και τους άλλους. Τότε, όντας όλος ένα βλέμμα, θ' αφουγκραστείς. Τους αρχαίους μύθους. Και θα τους τιμήσεις. Υποκλινόμενος στις πληγές του άλλου. Που είναι και δικές σου πληγές. Κάποιες φορές, μαζί με την απώλεια, φεύγει και ο παλιός εαυτός. Και γεννιέται το καινούργιο. Δώρο, με το μετά, που έρχεται πάνω στο άρμα του. Στεφανωμένο με τους δρόμους.Τους φρεσκοπλυμένους απο τις πληγές. Και τις ευχές τους. Για να είναι καλοί οι οιωνοί του πέρα. Για να είναι καλοί οι οιωνοί της θυσίας. Της απώλεις. Τα βήματα είναι φτερωτά. Και σπαθίζουν ότι πέρασε. Περνόντας μέσα απο τις ομίχλες του. Δύσκολοι καιροί για όνειρα. Αλλα, πάλι, στους δύσκολους καιρούς τα όνειρα γεννιούνται.

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015

ΤΟ ΦΥΛΑΧΤΟ ΤΟΥ ΑΙΟΛΟΥ

Η ψυχή – το φυλαχτό του Αίολου. Που έχασε τους ανέμους της. Που σκόρπισαν – φύλλα πεσμένα στον ορίζοντα. Ένα λευκό νέφος μέσα στη μέλανα σκέψη. Θύμηση. Ξεθωριασμένο κυπαρίσσι. Ωστόσο ορθό. Πάνω απο σκόρπιες απουσίες. Που η αθιβολή δεν καταδέχεται να τις φέρει στα γαλάζια δώματά της. Μια πένα που τρέχει, ως Νηρηίδα, πάνω στο λευκό. Και αφήνει χνάρια
για να τα βρεί η χα'ί'νισσα ψυχή. Η Τιτανίδα, που ύμνησαν οι σαπφικές ελεγείες, απόψε σιωπά. Χαμένη στο μαύρο κύκνο τ' ουρανού. Κι η Κυθερεία, δεν εισακούει πια τις επικλήσεις των πειρατών. Φεύγοντας ο Ίμερος μαζί με τον Έρωντα, άφησαν τον βωμό της σβηστό. Και έχασαν τον δρόμο τους οι Μαινάδες. Και έγιναν, οι χαμένοι άνεμοι της ψυχής. Αφήνοντάς την σε μια γαλήνη, που δεν την θέλει. Αλλά ο πόθος, εάλω. Και αυτό που έμεινε, είναι τρικυμισμένες σιωπές. Να ίπτανται, πάνω στα συντρίμμια των ιερών της Κυπρίδας. Ο Αίολος έχασε πλέον το φυλαχτό του. Μα το βρήκαν οι στιγμές, που περίμεναν να μείνουν με τον εαυτό τους. Για να συνειδητοποιήσουν. Αυτό που ρέει, δεν πετρώνει ποτέ. Όσο κι αν η Μέδουσα, το κατακεραυνώνει με το βλέμμα της. Οι σκιές, έχουν το χάδι. Κι όταν δεχθείς το χάδι τους, είσαι αγρίμι που ξαποσταίνει. Κάτω απο τις βλεφαρίδες του Αιθυλίδη. Και σαν κι αυτόν, ανεβαίνεις απο τον Αδη μέρα παρά μέρα. Και στο ενδιάμεσο, λες ριζίτικα μαζί με τους παλιούς, που χαίρονται να σε βλέπουν που και που. Στο δικό σου νου. Εκεί που κοίτεται το μεταίχμιο. Περιμένοντας τα συναισθήματα να διαβούν την πύλη με τ' αντικρυστά λιοντάρια. Εκεί που πλένουν τα χέρια τους οι Μύστες, πριν τη θυσία. Κρατώντας στα χέρια τους τη ζώνη της Άρτεμης. Μετά την πρώτη γέννα. Τότε που ο πόνος έχει περάσει πια, πέρα απο τα τείχη. Τα δικά σου τείχη. Που τα σύντριψες τη νύχτα της μεγάλης σιωπής. Και έδωσες τον όρκο στις Ασκλειπιάδες ώρες. Που θεραπεύουν τους ήχους και τους μετατρέπουν σε Αρμονία. Καθώς μαζεύτηκαν παλι οι άνεμοι μέσα στο φυλαχτό του Αίολου. Και η ψυχή έγινε ιέρεια της Τερψιχόρης. Μαθαίνοντας απο την αρχή τα βήματα του χορού. Τα δικά της βήματα. Σιγοψιθυρίζοντας τα λόγια που νόμιζε πως είχε ξεχάσει. Που ήταν αληθινά. Ότι είναι αληθινό, δεν ξεχνιέται. Όσο κι αν πέσει πούσι πυκνό απο τα όρη και τα πέλαγα. Όσο κι αν οι θύελλες των ερήμων θα το ήθελαν. Έχει μια διαύγεια το αληθές. Γιατί κρύβει μέσα του πάντα, το φυλαχτό του Αίολου. Τους δικούς του ανέμους. Που φυσούν απο την αυγή και τη δύση. Που φυσούν απο τον βοριά και τον νότο. Είναι μια πυξίδα οι άνεμοι που δείχνουν τον δρόμο. Κι εσύ, απ ' οτι δείχνουν πρέπει να πας αντίθετα. Όρτσα στον άνεμο. Κόντρα στην ανάσα του. Αυτός είναι ο δικός σου δρόμος. Πρός τη ψυχή σου. Και την αλήθεια της. Το δικό σου φυλαχτό του Αίολου.

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015

ΡΙΖΙΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΚΡΟ ΠΕΙΡΑΤΗ

Οντε γεννήθηκε το φως, γελάσαν τα ουράνια
και τραγουδούσανε μαζί τ' αγρίμια κι ηλιαχτίδες.
Η πρώτη ανάσα κι αν πονά, λίγο κρατά ο πόνος,
χίλιες αυγές το χάδι της, το εδικό της βλεμμα,
Γεννήθηκε πολεμιστής στα όρη, στα χαράκια,
αναστενάζουν οι θεοί κι ο στεναγμός τους χάδι.
Ευχές του δίνουν χίλιες δυό κι ακόμα κι άλλες χίλιες
μεγάλος να' ναι πειρατής, καρδιές για να κουρσεύει.
Να τον φοβούνται οι θύελλες, τ' αγρίμια να' χει φίλους
και όλες τις νεράιδες, καλές του να τις κάνει.
Η πρώτη ανάσα κι αν πονά, λίγο κρατά ο πόνος,
τα καστρα περιμένουνε, ήλιε μου να κουρσέψεις...