Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΛΥΚΟΦΩΤΟΣ


Ένας ρυθμός που επαναλαμβάνεται. Και ξαφνικά μια φλόγα που χορεύει στο απρόσμενο. Ιέρεια που ενώνει τα σύμπαντα, μέσα σε μια φούχτα βότανα από το ρυάκι. Νερό που γαργαλάει το λαιμό της αβύσσου. Κι αυτή γελάει και μπαίνει στο χορό. Χέρια υψωμένα σ’ έναν σκληρό ύμνο, ωε επίκληση στην ελευθερία. Μια ατέρμονη διαδοχή των ανέμων, πάνω σ’ ένα μπερδεμένο ανεμολόγιο, που δε μπορεί να πει ποια είναι η κατεύθυνσή τους. Ένας χορός της νύχτας, με τους μοναχικούς καπνούς και της αυγής, με τον αχνό της αθιβολής. Κι ένα τραγούδι σα κλάμα, σα γέλιο, σα γιορτή.

Μια λιτανεία από τις Θεσμοφοριάζουσες, που ξέφυγε από το σκονισμένο προκαθορισμένο και πορεύεται χαρούμενα προς το ακαθόριστο.

Ο Πάνας, γελά περιπαιχτικά στον καφέ του λυκόφωτος. Και του προσφέρει, το αίμα του γλεντιού, που μόλις ανάβλυσε, από τα γυμνά πόδια της μοναχικής σκέψης. Μα, ατό προτιμά να μην πέσει στην ψεύτικη έκσταση. Του φτάνει το τραγούδι της σιωπής, της ντυμένης με τους χιλιάδες ήχους του αιώνιου ‘’τώρα’’.

Χέρια υψωμένα, σαν σε επίκληση στο ‘’τώρα’’, προς όλες τις  κατευθύνσεις κινούμενα, σα τα πρωίμως ξερά φύλλα, που προαναγγέλλουν ένα καλοκαίρι που αργεί, μα , που λές πως μόλις πέρασε κι ας μην έχει έρθει ακόμη.

Όλες οι αισθήσεις ένας χορός. Όλα τα αόρατα ένας χορός. Όλες οι σταγόνες της θύμησης ένας χορός. Ένα λυκόφως που χάνεται χορεύοντας. Μέσα στην αγάπη είναι όλα παρόντα. Σα σφουγγάρι που έπιασε ο δύτης της ψυχής και έσβησε την απουσία, από τον μαυροπίνακα της αμφιθυμικής νύχτας. Στην αγάπη είναι όλα παρόντα. Σα πολυφωνικό τραγούδι, που το έκλεψαν βαρβαρικές φωνές, μα αυτό αντιστέκεται σαν την ηχώ στους ανέμους. Στην αγάπη είναι όλα παρόντα. Χορός ρυθμικά γρήγορος, όπως το ερωτικό χτυποκάρδι την ώρα της εκστασης.

 

ΤΟ ''ΕΙΝΑΙ'' ΤΩΝ ΕΥΧΩΝ


Κλαδιά- χέρια, υψωμένη κραυγή. Κι ένα φως διστακτικό στο πρώτο χάδι. Χέρια- ηλιαχτίδες, που κινούνται ρυθμικά, σα κύμα σταριού, στο θέρος. Χέρια- θυμιάματα, που μοσχοβολάνε παρουσία. Κι ο Έρωντας, ξαπλωμένος στον ορίζοντα, σαν θεός σε ανάκλιντρο, που περιμένει την αμβροσία της στιγμής.

Το αύριο έγινε τώρα. Ένα ‘’τώρα’’ ολόφωτο. Χορευτής σε έκσταση, που αμφισβητεί τους κανόνες τους γήινους και για μια στιγμή- όσο ένα φιλί, ανάσα στην άβυσσο, γίνεται θεός και δαίμονας.

Πευκοβελόνες οι ώρες, κινούνται στο ρυθμό του ανέμου της Άνοιξης. Βροχή από ανθούς που γεννήθηκαν μέσα στην έκρηξη της αυγής. Μέσα στην έκρηξη της κραυγής. Και μετά γαλήνη. Τα γυαλιά ακουμπισμένα στο άπειρο. Και το βλέμμα, γυμνό, βλέπει με την ψυχή, όχι με τα μάτια. Και βλέπει καθαρά μέσα στο αιώνιο Έαρ.

Χέρια που υψώνονται στο θυσιαστήριο. Το χορταριασμένο από τους αιώνες του ‘’είναι’’ των ευχών. Θυσιάζεις κάτι δικό σου για να σου επιστρέψει με την εκπλήρωση της ευχής.

Το αίμα, -δειλινό και αυγή – ρέει στα χέρια του μύστη. Που είναι τόσο αρχαίος, όσο ο Έρωντας. Ο πρώτος δαίμονας, ο πρώτος θεός, το αιώνιο άγγιγμα της γαλήνης. Και το φως- δυό σπουργίτια στο βλέφαρο της ψυχής. Σε μια εναιώρηση της  σκέψης. Σε μια  εναιώρηση του άπιαστου. Που απέχει μια ανάσα από το άγγιγμα.  Όσο να τεντώσεις τις ευχές σου, στο τόξο του Οδυσσέα. Στο τόξο της περιπλάνησης στην ομορφιά.

Δύναμη μεγάλη θέλει η ομορφιά για να βρείς βλέμμα  να τη δείς. Ως μια έκρηξη στη παρουσία. Ως μια έκρηξη στη γαλήνη. Το κρυφό ‘’είναι’’ των ευχών.

 

Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

Ο ΡΥΘΜΙΚΟΣ ΧΤΥΠΟΣ ΤΟΥ '' ΕΥ ''




 

Τα μακριά μαλλιά του γιού του Ήλιου πεσμένο πλατανόφυλλο στο βλέμμα. Ήχοι-σύντροφοι στο ψιθύρισμα. Και μια απεραντοσύνη που κοιμάται νωχελικά μέσα στο Έαρ.

Ύστερα ο χρόνος μοιάζει μακρινός, όσο πιο κοντά είναι η παρουσία. Το εφικτό, μια σταλιά όνειρο, που πραγματώθηκε στο μειδίαμα του σήμερα. Και οι στιγμές, έχουν στήσει χορό πάνω στα φεγγάρια των ανυπόμονων καιρών. Πάνω στα στήθη της γήινης σκέψης.

Σκοπός που συντονίζει τον ρυθμό του με τον χτύπο του ‘’Ευ’’. Κι είναι αυτή η επανάληψη του αναπάντεχου μια ενδελεχής ευχή- χειροπιαστή οπτασία. Χαμόγελο στο καταμεσήμερο. Και ο Αίωλος να χα’ι’δεύει τους καταρράκτες των Αγγέλων. Που για μια στιγμή άνοιξαν τις θύρες για ν’ ανασάνει η θύελλα. Η κλεισμένη στη σκέψη. Και ευθύς, η στιγμή έγινε ανθός στο αυτί μιας τσιγγάνας πιθανότητας. Κατάλευκη Άνοιξη στα μαύρα μαλλιά του σήμερα. Νομίζεις πως έχουν γίνει όλα και ξαφνικά όλα είναι Άνεμος, που καπνίζει αρειμανίως πάνω στο τώρα. Και καθαρίζει το φως από τις ερήμους του ‘’άνευ λόγου και αιτίας’’.

Μέσα στο σήμερα, σπουργίτια οι στιγμές που θυμίζουν το άγγιγμα. Εκείνο το απρόσμενο, που έρχεται όταν τίποτα πια δεν περιμένεις να ‘ ρθει. Παιδί που ζητά απ’ το φως να του πετάξει ένα γιασεμί. Και σαν αντάλλαγμα, δίνει ένα χαμόγελο στο νου που περιπλανιέται στα παλάτια του Μινώταυρου.

Μέσα στο δισάκι της, η στιγμή, έχει πιο πολλά απ’ ότι νομίζεις.

 

 

 

 

Πέμπτη 14 Μαΐου 2015

Η ΕΝΑΤΗ ΩΡΑ




Επτά ήλιοι. Επτά τρομπέτες. Επτά ευχές. Το μυθικό, ως αντανάκλαση μέσα στην εικόνα. Ποιο ξόρκι θα ψιθυρίσουν σήμερα οι άνεμοι. Το δάκρυ της άνοιξης στο πρώτο αντάμωμα. Οι μυρωδιές της αυγής στο πρώτο αντάμωμα. Οι ήχοι της σκέψης στο πρώτο αντάμωμα. Οι θεοί σιωπούν στο πρώτο αντάμωμα. Και ύστερα, η καταπόντησις της Ατλαντίδας. Η καταπόντησις του ασφαλούς μέσα στη γαλήνη. Όταν η ατέλειωτη διαδρομή, καλεί το άγνωστο ‘’είναι’’. Όταν το κάλεσμα του Υάκινθου διακόπτει τη σιωπή, με μια υποβόσκουσα σιωπή, που θα οδηγήσει στην επανάσταση των βημάτων που θα μορφοποιήσουν τον  ρυθμό.

Και ο ήχος θα γίνει γραπτός λόγος πάνω στον πάπυρο.

…Η μέρα περνά γρήγορα μέσα στην απουσία που δηλώνει παρούσα. Μια επίκληση στο φως να επανέλθει. Αρχαίος θεός που δίνει λύση στο δάκρυ, ως εύρημα του Ευριπίδη, που θα το σαρκάσει ένα Αριστοφανικό γέλιο.

Πάνω από τα νέφη, στις απάτητες κορφές της επιθυμίας, είναι ο βωμός ο αφιέρωμένος στο άγνωστο. Αυτό που θα ‘ θελες να ξέρεις, μα που ταυτρόχρονα εύχεσαι ν’ αργήσεις να γνωρίσεις. Για να κρατήσει πολύ καιρό το ταξίδι.

Επισκέπτης σε ξένη γη, που ανακαλύπτεις ότι δεν είναι και τόσο ξένη. Μπορείς να πας μακριά ακολουθώντας τις ρίζες σου.

Επτά ήλιοι. Επτά τρομπέτες. Επτά ευχές.

Λίγο πριν την Ενάτη ‘Ωρα.

Τότε που οι θεοί θα σιωπήσουν. Τότε που οι ‘Αγγελοι θα κλείσουν τα φτερά τους. Τότε που θ’ αφουγκραστείς το όνειρο. Τότε που το αιώνιο θα γίνει θνητή θυσία, για να μορφοποιηθεί σε ατέρμονο Έαρ. Το ηδύ που θα νικήσει.

Στο τέλος γίνεται πάντα ότι εύχεσαι.

Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

ΤΟ ΤΣΑΛΑΚΩΜΕΝΟ ΛΥΚΟΦΩΣ


Τσαλακωμένο χαρτί η στιγμή, πεταμένο σε μιάν άκρη του λυκόφωτος. Από τις ρωγμές της σκέψης αναδύονται Μαινάδες και Σειληνοί, ακόλουθοι ενός βακχικού φωτός που σιγοκαίει στο απέραντο. Και ο ερχομός του Ωρίωνα προμηνύει το κυνήγι του πόθου. Υστερα μια ομιχλώδης σιωπή. Και ένα αδέκαστο φως που γδύνει το εντός.

Κατάλευκο άτι με φτερούγες αρχάγγελου. Και στο μέτωπό του ανάγλυφη, γυμνή θεά, η Αυγή, στο πρώτο της σκίρτημα. Πέρα μακριά στην αρχή του ορίζοντα, η κραυγή. Αρχαίος πολεμιστής, με σώμα από σταφύλι, στεφανωμένος με τα φύλλα της υποχθόνιας θεάς, που ήρθε η ώρα να συναντήσει τη Γαία- Μητέρα. Στο πρώτο άγγιγμά της ο Έρωντας που ρίχνει τα τείχη. Τα δώδεκα τείχη της σιωπής, σε ένα ατελεύτητο Έαρ. Ατίθασο λευκό κύμα τα μαλλιά της πηγής που φυλά καλά τα μυστικά της ατέρμονης εναιώρησης του ‘’ευ’’. Το σπάσιμο του κύκλου σε χιλιάδες αστερισμούς-ήρωες των μύθων της πεθυμιάς.

‘Αργησαν να ‘ρθουν  φέτος τα χελιδόνια. Ο εσωτερικός χρόνος τρέχει γρηγορότερα από την εναλλαγή στο άρμα του ‘Ηλιου. Φαέθοντας που δεν στάθηκε άξιος της εμπιστοσύνης του άπιαστου. Το χαμόγελο της Κυπρίδας στο φωτεινό ‘Εαρ. Μερικές φορές η ευχή είναι ένα τσαλακωμένο λυκόφως.

 

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2015

ΧΑΙΡΕ ΤΗΣ ΕΝΤΡΟΠΙΑΣ ΤΟ ΦΩΣ...


Χαίρε οι ριπές του ανέμου. Χαίρε της καταιγίδας το κάλεσμα. Χαίρε ακατέργαστου ερωτικού χυμού το ασίγαστο μένος. Χαίρε εφήβου η επανάσταση.

Χαίρε του αγριμιού το κυνήγι. Χαίρε του λυκόφωτος το συνωμοτικό νεύμα. Χαίρε της αυγής η έκρηξη. Χαίρε η ασίγαστη τρυφερότητα του τώρα. Χαίρε του ηφαιστείου ο πανάρχαιος βρυχηθμός.

Χαίρε η αγρυπνιά του χα’ί’νη. Χαίρε απάτητη κορφή των ονείρων. Χαίρε η αιώνια φωτιά που κατακαίει το είναι.

Χαίρε των χαμένων θεών ο χρησμός. Χαίρε της ζωής το παιχνίδισμα. Χαίρε κραυγή πολεμική που αλώνεις τα τείχη.

Χαίρε η κραταιά Ανοιξη.

Χαίρε η ανοιχτή πληγή που σκοτώνει τη λήθη. Χαίρε της λύκαινας το ματωμένο βλέμμα.

Χαίρε του πρώτου ανθού το μειδίαμα. Χαίρε η καταπόντιση του ερέβους. Χαίρε το αντάμωμα των ψυχών. Χαίρε η κατακρήμνιση των ελών. Χαίρε η αγριεμένη θάλασσα των ευχών. Χαίρε το ξεβόλεμα του νου. Χαίρε τα συντρίμμια που έγιναν αρματωσιά. Χαίρε του χα’ι’νη η αψηφισιά.

Χαίρε αδάμαστο όνειρο.

Χαιρε του σκοταδιού το ψιθύρισμα. Χαίρε η βοή από τα δυνατά ζάλα που σκοτώνουν τη σκόνη. Χαίρε το αίμα που αναβλύζει στους βωμούς.

Χαίρε θύελλα αδερφή μου.

Χαίρε του καταρράκτη το ουράνιο τόξο. Χαίρε το πρώτο χνούδι της ματωμένης αυγής. Χαίρε πηγή αστείρευτη του λαού. Χαίρε δράκε πάνω σε αγιοργίτικο άτι. Χαίρε αρχάγγελε με τα μαύρα φτερά της λευτεριάς. Χαίρε της θύμησης η επανάσταση.

Χαίρε η έκρηξη.

Χαίρε το φως της εντροπίας. Χαίρε του χάους η δύναμη. Χαίρε οι αχαρτογράφητοι δρόμοι. Χαίρε το αιώνιο έαρ. Χαίρε της ψυχής το αρτεσιανό φρέαρ.

Χαίρε η έκρηξη του άλικου. Χαίρε αδάμαστη αυγή με τα ματωμένα πέταλα.

Χαίρε απόρθητε βράχε του είναι. Χαίρε νεράιδα του Πάνα. Χαίρε ‘Ερωτα- χερουβίμ του πόθου.

Χαίρε της εντροπίας το φως…  

 

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ


Θρύψαλα φωτός στο μεσονύχτι της καταιγίδας. Στάλες στο λιθόστρωτο της θύμησης. Ψιθύρισμα μιάς φλόγας κρυφής που ανάβει πάντα μετά την επίκληση του μύστη. Ζεσταίνοντας το παγωμένο βλέμμα των οριζόντων.

Και ύστερα το χάδι της ερήμου. Της χαραγμένης στο Νότο. Εκεί που τελειώνει η σπίθα του νου που περιπλανήθηκε πολύ. Πριν φτάσει στο εσώτερο ψιθύρισμα. Που γεννήθηκε στο γαλάζιο που συνεχίζεται στην οπτασία. Που θα υπάρχει μετά το τέλος του ονείρου.

Αρωμα από το ακοίμητο φως. Στη γαλήνη ξεχασμένων ναών. Μέσα στις οάσεις που θυμούνται τους μύθους.

Εξωτικός ανθός που ανοίγει τα πέταλά του στο πρώτο άγγιγμα. Και ύστερα το δάκρυ της αυγής. Καθώς η μέρα παίρνει την πρώτη ανάσα της. Ως νιόφερτη ψυχή στο κόκκινο κρασί του απέραντου. Ένα εκκωφαντικό ψιθύρισμα στις εσχατιές της σιωπής. Εκεί που υπάρχεις μόνο εσύ Αρχάγγελε της αιώνιας θύμησης. Εκεί που το σύμπαν κλείνει τον γόνα στην πρώτη έκρηξη. Στο σχηματισμό του αδιαφοροποίητου που επιτέλους παίρνει μορφή. Και ανασαίνει. Και χτυπά ρυθμικά η καρδιά του Αυγερινού. Ως γνώριμο κάλεσμα της άφιξης. Αυτού που περίμενε η στιγμή . Αυτού που περίμενε το θνητό. Αυτό που έστειλε το αθάνατο. Κρυφός κόσμος που δεν θα τον ανακαλύψουν ποτέ οι Ερινύες και οι Μέδουσες. Και που οι Εκατόνγχειρες δεν μπορούν να το αγγίξουν.

Μεγάλη που είναι η θύμηση κι ο πόνος πιο μεγάλος. Εκεί που η ύπαρξη είναι η στάχτη που θα πλύνει και θα λευκάνει το άμορφο σε μορφή. Την οπτασία σε πεπραγμένο. Το θνητό σε άπειρο. Ακου το ψιθύρισμα σου. Το παράταιρο τραγούδι για τους άλλους. Μα το τόσο ταιριαστό σε σένα. Όταν τίποτε άλλο δεν είναι δικό σου. Το τραγούδι της σιωπής. Στο τέλος του ατέρμονου.

ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ


Ότι νιώθεις, φλεγόμενοι ίσκιοι. Μια άλικη νιφάδα μέσα στο μαύρο, η λόγχη των καιρών στην πληγή του Νότου.

Τα τύμπανα του Πάνα δαιμονίζουν τις νεράιδες. Τις κρυμμένες στο νερό της σιωπής. Που ρέει φλεγόμενο  στις παρυφές του γκρίζου. Και που σκοτώνεται μέσα στο μακρινό γαλαξία της σκέψης. Είναι ένα κρύο δειλινό του Αχέροντα. Εκεί που το βλέμμα παύει να φλυαρεί και κοιτά το ουσιώδες. Μια αυγή αναποφάσιστη για το που θα στείλει το νόημά της. Όταν φυσούν από παντού τα παιδιά του Αίολου. Στα γκρεμνά της Αλήθειας τ’ αγρίμια λευτερώνονται. Στα γκρεμνά της σιωπής οι ίσκιοι λευτερώνονται. Στα γκρεμνά του σκοταδιού τα όνειρα γίνονται ασκητές που αψηφούν τους θνητούς νόμους. Και μιλούν με το φως που κρυφογελά μέσα από τις βαθιές ρυτίδες στο σκληροτράχηλο είναι. Το σκαμμένο από τους τοξοβόλους της Αθάνατης. Που πλέει μέσα στο νιογέννητο άλικο. Και σκοτώνει τη θύμηση. Για να γεννηθεί η πεθυμιά μέσα από το κέρας το γεμάτο από το νέκταρ της απεραντοσύνης.

Και ‘ συ ουρανέ αφουγκράσου.

Το άλικο στο λευκό, πληγή στο γαλάζιο.

Θυμήσου το όνειρο όταν ο Αυγερινός χαθεί και οι Πλειάδες θυσιαστούν στη νέγρα αδερφή της κόρης του ‘Ηλιου. Που έρχεται μαζί με τους αστερισμούς Εραστές της. Να σου θυμίσει το άρωμα της μάχης. Καθώς θα ηχούν τα τύμπανα του Πάνα και θα δαιμονίζουν τις νεράιδες.

Καθώς θα ηχούν τα τύμπανα του Πάνα και θα δαιμονίζουν τη βολεμένη καθημερινότητα. Και που θα καλούν το λευκό να γίνει άλικο. Κραυγή σιωπηλή η σκέψη, πάνω στους γαλάζιους μονόκερους των στιγμών. Τεντώσου ως τόξο του Οδυσσέα που οι μνηστήρες – ψευδαισθήσεις του είναι- δεν καταφέρνουν να τεντώσουν. Πέταξε σα βέλος ορειχάλκινο ακριβώς στο κέντρο του ορίζοντα. Μη φοβάσαι δεν θα πληγώσεις το φως. Γιατί θα έχεις γίνει ένα μαζί του. Το νερό της σιωπής έπαψε να φλυαρεί.

Καιρός ν’ ακούσεις.

Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Ο ΜΥΣΤΗΣ ΠΟΥ ΞΕΧΑΣΕ...


Υάκινθοι κι Ασφόδελοι, στου ‘Αδη το βασίλειο, κόρη της Γης απου θρηνεί τον ‘Ερωντα στον Ηλιο.

Και ‘Συ, φως μου αιώνιο, μου φτιάχνεις άγριο τόξο, μ’ αυτό, καιρούς και θύελλες και καταχνιές να διώξω.

Και στέλνεις μου, σιωπηλά, Εφήβου πρώτο χνούδι, να το χαρίσω στης Αυγής το πιο ηδύ τραγούδι.

Φλισκούνι και θυμάρι μου και ‘συ λεμονανθέ μου, πες ποια Σελήνη- μάγισσα δακρύζει πάνωθέ μου.

Και στέλνει μου, τ’ αρώματα, το φέγγος- άγρια μύρα, να λούσω στον Αχέροντα τσ’ αθιβολιάς αλμύρα.

Και ζήλεψέ σου, Έρωντα, του σκότους το αγρίμι και κυνηγά η λησμονιά της ‘Ανοιξης τη μνήμη.

Κι είναι, σαν ‘Εαρ, πιο γλυκό, Σελήνη μου η ψυχή σου, άγριος Πάνας – κεραυνός, κλέβει την ηδονή σου.

Σε κέρας δράκου πίνει το, της ζήσης σου τ’ ανάμα, Μύστης κρυφός που ξέχασε, του Ποιητή το γράμμα. 

 

 

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ


Ελα, για θέλω ‘σε πολύ, σα μυρωδιά τ’ Απρίλη, σα πόνος που μαράθηκε, μεσ’ της βροχής το δείλι.

Μ’ ενός φτερού αψηφισιά, στα τρίσβαθα του νου σου, πετώ δίχως να σκιάζομαι, του πιο κρυφού λυγμού σου.

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Ο ΒΩΜΟΣ ΤΟΥ ΛΥΚΟΦΩΤΟΣ


Κι ύστερα ένα φτερό που αψηφά την θύελλα και σπαθίζει το ουράνιο τόξο. Το κρυμμένο στο βλέμμα χίλιων σιωπών μαζί.

Μια κρυφή ανάσα. Νανούρισμα της φωτιάς που κατακαίει με το χάδι της, τους Αρχάγγελους. Τους φυλαγμένους στον κόρφο της ερήμου. Γαλήνιους, μα τόσο επικίνδυνα οπλισμένους, με την Αγάπη, που φοβάσαι. Να μην κυριαρχήσει πάνω στον ιδρώτα της σιωπής. Της γεννημένης από τους μύθους σου. Που σιγοψιθυρίζεις κάθε δείλι, στο λυκόφως.

Κι αυτό, ακούει υπομονετικά, πλέκοντας τους λαβυρίνθους- τα μακριά μαλλιά της εξοστρακισμένης γαλήνης. Γιατί πρόδωσε τα μυστικά σου στον Κρόνο. Και αυτός τα έκανε δακτυλίδια γύρω από το Είναι του. Και από τότε τα βλέπει η μακρινή Ανδρομέδα και γελά. Με σένα. Με τον πόνο που έγινε η πιο κρυφή σου δύναμη. Καθώς πήρες το τσεκούρι και έσπασες τον βράχο που έκρυβε πηγή κρυστάλλινη- τους πόθους σου. Και ξεπηδά σαν αρτεσιανό φρέαρ το παγωμένο Εντός και ξεχύνεται στο σύμπαν. Γίνεται ένα μαζί με το νεφέλωμα των ιδεών και των σκέψεων.

Γίνεται η κόρη της Αρτεμης που ποτέ δεν γέννησε. Μα που την έπλασαν οι ελεύθεροι αντικατοπτρισμοί του ψιθυρίσματος των φύλλων, που δεν γνωρίζουν το τέλος. Παρα μόνο την αιώνια αρχή του φωτός. Καθώς αυτό ταξιδεύει μέσα στα μαλλιά της κλεμμένης  αγάπης, η οποία θα οδηγεί στην αιώνια άλωση της Τροίας. Και τους Εραστές της, βαθιά πληγωμένους, ως μαστιχόδενδρα που βγάζουν το ‘Αρωμά τους σε κάθε χαρακιά.

Ενας Ηλιος που έπεσε στην υγρή και πολλά υποσχόμενη, αγκαλιά της θάλασσας, ματώνοντάς την, με τον ‘Ερωντά του.

‘Ενας θεός που ψηλαφίζει τις πληγές του χρόνου, στις εσχατιές των οριζόντων, Ένα ‘’γιατί;’’ που βαρέθηκε κάθε ορισμό του ’’Διότι’’.

Περιπλανώμενε τροβαδούρε στους ήχους ποιάς βελανιδιάς θα κοιμηθείς απόψε; Πούθε ο Ορφέας θα ψάλλει και ‘συ δεν θα’ σαι εκεί ν’ ακούσεις το μαγικό ψάξιμο στους ήχους της σιωπής.

Μόνο τις βάρβαρες χροιές των ειωθότων λιθόστρωτων  του νου θ’ ακούσεις. Που θα σε πάνε όμως μακριά. Εκεί που ο αρχαίος Μύστης, θα πλένει τα χέρια του πάνω στο βωμό του λυκόφωτος.

 

ΜΙΑ ΦΛΥΑΡΗ ΣΙΩΠΗ...


Ότι κι αν ποθήσεις, είναι λίγο, αν η λάμα του γλύπτη, δεν έχει πλάσει την ψυχή σου. Μορφή ανεξίτηλη στην αγκαλιά της θύελλας. Στην αγκαλιά των ανέμων, των λευτερωμένων από το λυκόφως της απουσίας. Που πίνει αργά τον καφέ της αιωνιότητας. Μαζί με τον γαλάζιο καπνό, μιας άλικης φλόγας, ενός Αχέροντα που σιγοκαίει στις όχθες σου. Εκεί που συντρίβονται τα κύματα του Εντός.

Στην τόσο πολύχρωμη μονοχρωμία της σιωπής. Που επανέρχεται με υψωμένο το σπαθί, κατακερματίζοντας το νεφέλωμα των εναλλαγών, του τόσο ασυνείδητα συνειδητού σκότους.

Και ύστερα, οι ψιχάλες της ψυχής, ανακατεύονται με την ώχρα και τον ασβέστη.

Και φτιάχνουν σύμπαντα, που το δικό σου παρόν, είναι ήδη παρελθόν γι’ αυτά.

Ένας γαλάζιος καπνός, σέρτικος, μέσα στο αίμα ενός μύρου, που έρχεται από τις καπνισμένες εκτάσεις του ανείπωτου πόθου.

Μια σαπφική ελεγεία η νύχτα, καθώς αγκαλιάζει την ψυχή, σε ένα συμπόσιο με παρούσες όλες τις απουσίες.

Κι η μουσική, ως Επικούρεια ηδονή, τραντάζει συθέμελα, ότι είθισται. Για σένα. Για το τόσο αντικειμενικά υποκειμενικό σου συναίσθημα. Για το, απείρως παράλογο της επιθυμίας του αόρατου, να γίνει ορατό.

Μυρωδιές από καμένες αιωνιότητες. Μυρωδιές από καμένες ηδονές. Μυρωδιές από καμένα Είναι. Μυρωδιές από γαλαξίες, που φτιάχνουν οι σέρτικοι καπνοί  του λυκόφωτος.

Και πίσω από την Κυπρίδα, ο αιματοβαμμένος βωμός, με πρόσφατη τη θυσία της παρουσίας. Με αντάλλαγμα ένα αιωρούμενο όνειρο, πάνω στις υψωμένες λόγχες. Πάνω στον κοφτερό πόνο. Πάνω στην απουσία. Εσύ το θέλησες; Γιατί; Γιατί το πληγωμένο αγρίμι αποτραβιέται στα σπήλια, θεραπεύοντας, μόνο, τις πληγές του. Κοιτώντας από μακριά το κυνήγι των νεφών στους αιθέρες του μισεμού του.

Γιατί ο πόνος, είναι βότανο, ο ίδιος, που θεραπεύει από τους αντικατοπτρισμούς ψεύτικων ειδώλων, στο λυκόφως, ή στο λυκαυγές. Τι σημασία έχει; Έχουν το ίδιο χρώμα το τέλος και η αρχή. Έχει το ίδιο χρώμα η πληγή και τα ρόδινα μάγουλα της ηδονής. Έχει το ίδιο χρώμα, το αίμα και το κρασί, που θα το πλύνει. Κι ανακατεύονται. Και γίνονται θυμίαμα στα συντρίμμια των βέβηλων επιθυμιών, που ζητούν, επίμονα, να εκπληρωθούν. Ή, να πληρωθούν καλύτερα. Καθότι, σου ζητούν το αντίτιμο, για την δική τους ύπαρξη. Απόλυτα εγωιστικά. Χωρίς να κοιτούν την δική σου γύμνια. Την δική σου ειλικρινή παραδοχή. Ότι εσύ ήσουν το ψεύτικο είδωλο. Και πως και τα συντρίμμια του, εσύ είσαι πάλι. Και το θυμίαμα πάλι εσύ.

Μα, η ηδονή, είναι ένας μεθυσμένος καπνός, απόλυτα αναρχικός, που μπαίνει μέσα στις σχισμές που αφήνουν οι ρυτίδες σου. Από το τσαλάκωμα του ταξιδιού. Στις ατέρμονες χώρες, του Εντός.

 

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Η ΔΥΣΗ ΤΩΝ ΠΛΕΙΑΔΩΝ


Ιέρεια που το ξεχασμένο τραγούδι της, είναι βότανο στις πληγές της σιωπής. Το λυκόφως ξεπροβάλλει από το ματωμένο τούλι μιας μπαλαρίνας, που ακροβατεί στην αιωνιότητα.

Το μεθυσμένο λυκόφως, κάνει παρέα με τον Ωρίωνα, που ακόμη κυνηγά τις Πλειάδες, τις κόρες του Ατλαντα. Κι αυτές αιωνίως προπορεύονται. Στην ανάδυσή τους, γυμνοί θεριστές. Στη δύση τους, έρωντες που γίνονται τα δάκρυα της ομίχλης του νου, καθώς τα φθινοπωρινά φύλλα, γνώρισαν το θνητό τους τέλος.

Κι έπειτα μια γη γυμνή, μπροστά στις κοφτερές κρύες λάμες.

Η επάνοδος της σιωπής, πιο έντονης από ποτέ, μέσα από τα χέρια χορευτών, που υψώνονται στο φως του προβολέα. Ως κλαδιά αφημένα στον άνεμο. Που οι αρχαίοι, παλιοί δράκοι λένε, ότι είναι η φύση της ψυχής. Μιας ψυχής, ως τα ταραγμένα μαλλιά των νεράιδων, τα αφημένα στα δάκρυα των Υάδων. Που προλέγουν τον ιδρώτα του Ουρανού, του χαμένου στα βλέμματα των γιών του Κάιν.

Μαινάδα που  θρηνεί το κατακάθι των σκέψεών της. Σ’ ένα πληγωμένο λυκόφως, που χάθηκε στον αχνιστό καφέ μιας αφελούς νωχελικότητας. Πριν ηχήσουν οι εφτά σάλπιγγες. Πριν σταματήσει το κελάηδισμα των Ερινύων. Καθώς κατεβαίνει η Περσεφόνη στα τρίσβαθα του νου, να γίνει ο ατέρμονος κύκλος των αστερισμών που χάθηκαν στον μύθο. Μα που τους θυμάται η σιωπή, κάθε, που η ξεχασμένη ιέρεια λέει το τραγούδι της. Μέσα σε καπνούς από φτηνά τσιγάρα και φωτιά, που καίει αιώνια, μέσα στις ψυχές των ποιητών και των αλανιών του φωτεινού σκότους. Του σκοτεινού φωτός.

Νέγρα νύχτα, που σηκώνει τις άκρες του φουστανιού της μέχρι τους γοφούς και λικνίζεται, ως σε μια καθαρτήρια ιεροτελεστία. Με τα γυμνά της πόδια σε ένα χορό Μαινάδας. Μιας κρυμμένης Μαινάδας, που υποβόσκει πίσω από το γαλήνιο βλέμμα της νεράιδας που χάνεται μέσα στο λυκαυγές. Γιατί ζει μέσα στο λυκόφως. Εχοντας τα χέρια της γδαρμένα από την ανάβαση σε τοίχους ψηλούς και κοφτερούς. Εκεί που κρύβεται ο φτερωτός θεός. Ο κλέφτης θεός του Ερωντα.

Και οι Πλειάδες, οι κόρες του Ατλαντα θα προπορεύονται αιωνίως του Ωρίωνα και με έναν αναστεναγμό θα δύουν στην αγκαλιά του Ωκεανού. Και η δύση τους, αυτός ο αιώνιος θάνατός τους, θα προμηνύει την έλευση του φωτός, σε εποχές σκοταδιού και Ερινύων. Θα είναι το προμήνυμα της αλλαγής των εποχών του Εντός. Του χαμένου νούφαρου στην ανάσα της ξεχασμένης κρινοδάκτυλης ιέρειας. Που συνεχίζει το τραγούδι της μέσα στα δάκρυα των Υάδων.

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014

ΠΟΙΗΤΗΣ


Τι να’ ναι ο ποιητής;

Εκείνος που το αόρατο το κάνει ορατό. Που τη σιωπή κάνει λόγια. Που τη μοναξιά κάνει συντροφικότητα. Που την έρημο κάνει ταξίδι στη χώρα των ρουμπινιών. Που πιάνει τις ηλιαχτίδες και τις κάνει το χάδι στα μαλλιά ενός, μόνου, σε νύχτα γιορτής.

Τι να’ ναι ο ποιητής;

Αυτός που, ξωτικό και νεράιδα είναι. Που Πάνας και ‘Αρτεμη είναι. Που του ανήκουν η Βαβυλώνα κι η Ατλαντίδα, που ποτέ δεν είδε, μα τις γνωρίζει και είναι δικές του.

Τι να’ ναι ο ποιητής;

Αυτός που το σκοτάδι είναι φίλος του. Αυτός που το φως ερωτεύεται τις πληγές του. 

 

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Η ΓΥΜΝΗ ΣΙΩΠΗ...


Κτυπούν τα τύμπανα του πολέμου. Ρυθμικά. Σημαίνοντας την επιδρομή στις ώρες του λυκόφωτος.

Ενας αρχάγγελος με πύρινη αρματωσιά και τα φτερά ανοιγμένα, σου δίνει το σπαθί. ‘Αλικη ανάσα. Γεμάτη από τη φωτιά παλιών δράκων. Και ίπταται της ψυχής, που θέλει το εύκολο. Να θέλεις το δύσκολο! Να θέλεις το αδύνατο!.

Το λυκόφως μίλησε και καλεί σε κυνήγι.

Μέσα από τις φλόγες του Εντός, ξεπετάγεται ένας αητός. Κι αν τα φτερά του είναι καψαλισμένα, ο ίδιος θέλησε να γίνει φωτιά. Τα φτερά του τώρα είναι πύρινες γλώσσες που μιλούν στην αρχαία λαλιά. Αυτήν, που καταλαβαίνουν όλα τα ορατά και τα αόρατα. Και είναι όλα παρόντα. Και καλούν σε έναν πολεμικό χορό, γύρω από την αειθαλή φλόγα του Είναι. Και αυτό (το Είναι), βγάζει αλαλαγμούς σε όλες τις δυνατές παραλλαγές του, πέρα από τα όρια του υπάρχοντος. Οντως.

Μια αχαλίνωτη δυνατότητα της επίτευξης των οριζόντων.

Γαλαξίες και σύμπαντα ομάδι, σε ένα χαμόγελο. Ένα τόσο αταίριαστα ταιριαστό Είναι. Που θέλησε να γίνει το ‘Ολον από το οποίο προήλθε, αλλά που ήταν τελείως απαίδευτο στο να έχει υπό τον έλεγχο του, τα χαλινάρια από το άρμα του Ηλιου. Γελά ο Ηλιος και του αφήνει τα καθαρόαιμα άτια  του, στα άπειρα χέρια του. Ξέρει ότι ριψοκινδυνεύει να χάσει το βασίλειό του.. Όμως ο κίνδυνος κάνει την εμπειρία. Κλείνεις τα μάτια και κοιτάς μέσα στο αρχέγονο πυρήνα και μετά τραβάς με δύναμη τα άτια του Ηλιου. Και το άρμα ανεβαίνει κατακόρυφα. Και τότε πιάνεσαι από την πρώτη ηλιαχτίδα που πέφτει στα μακριά μαλλιά του αιώνια νέου ‘Ερωντα.

Και τον ρωτάς, αν είναι η αιωνιότητα κοντά πια. Κι αυτός σου λέει το μυστικό. Που κρύβεται στην ανάσα της ηδονής της αναζήτησης.

Το Εντός σου δείχνει τον δρόμο για τον άλλον. Το Εντός είναι ο δρόμος. Κι η σιωπή φορά τα πιο πλουμιστά της λούσα που οι παράταιροι ήχοι σου, της τα έδωσαν. Μα της είναι ξένα. Τα βγάζει. Κι απομένει γυμνή. Αφουγκράσου…

 

ΤΟ ΧΑΔΙ ΤΗΣ ΘΥΡΑΣ...


Αρχέγονη φιγούρα στο θέατρο σκιών της  Ανατολής, ξύπνα και γδύσου τα πέπλα σου.

Μια λεπίδα λευκή, ως κοφτερός κρίνος, κόβει το μαύρο, λαβώνοντάς το ανεπανόρθωτα.

Κρυφή μουσική κείτεται μέσα στα σιωπηλά νούφαρα.

Ανοιξε δίοδο στις λόγχες.

Αφουγκράσου το ντροπαλό δάκρυ των οριζόντων, που μόλις διακρίνεται στην άκρη του βλέμματος της Αυγής.

Προς τα μέσα είναι το ταξίδι. Προς τα μέσα είναι η Ατλαντίδα, που χάθηκε επί τα εκτός. Δεν χρειάζονται φανταχτερές θύρες. Υπάρχει μόνο μια ασπρόμαυρη ‘Ιριδα που ανοίγει, μόνο, όταν την χα’ι’δέψει το φως.

Τότε, στο άγγιγμα των ηλιαχτίδων, δες, χαμένε ταξιδευτή της ερήμου. Αυτό που πιάνεις στην άκρη του νου σου, είναι τα φτερά σου. Τεράστια, μαύρα. Θα μπορούσε να είναι ένα συνοθύλευμα από την έκσταση που ψάχνεις σε μακρινές διαδρομές. Σε μια αιωνιότητα-φευγιό.

Το ταξίδι είναι αλλού. Εσύ είσαι το ταξίδι. Εσύ είσαι το όνειρο. ‘Όλα εσύ, χαμένε ακροβάτη στα θρύψαλα του γαλάζιου. Κάρφωσες τον ορίζοντα στους τοίχους του ‘’είναι’’. Και τον βλέπεις σαν σε ακίνητη εικόνα. Ασε το βλέμμα σου να το χα’ι’δέψει ο άνεμος, ο γεμάτος αθιβολιές κι αρώματα από τους κρεμαστούς τους κήπους της Βαβυλώνας, που, αν δε το ξέρεις, είναι δικιά σου.

Είσαι η Βαβυλώνα. Γεμάτη από το αίμα των βωμών, των βεβηλωμένων από του Πάνα τα συμπόσια.

Κι εσύ, παιδί με το χέρι σπασμένο, επειδή ακούμπησε το  χάδι. Μα με τις μαύρες φτερούγες σου, ανοιχτές διάπλατα, να πιάνουν όλο το σώμα ενός ψηλού πολεμιστή των Αστερισμών, που έχουν οδηγό τους οι ναύτες. Οι χαμένοι στις υγρές αγκαλιές των Ωκεανίδων, με τα μακριά μαλλιά, τα γεμάτα υποσχέσεις. Για ηδονές. Για πραγματώσεις. Για εκπληρώσεις του ανεκπλήρωτου. Για το εφικτό του ανέφικτου. Για το δυνατό, στο αδύνατο.

   Κι η σιωπή παρούσα. Με ένα αδιόρατο μειδίαμα να σε κοιτά υπομονετικά. Να φεύγεις. Ολο να φεύγεις. Για που; Χαμένε ταξιδευτή των ερήμων.

Βέβηλα παζάρια στις περιβόλους της αιωνιότητας, αντί για θυμίαμα.

Στάσου και αφουγκράσου. Την αύρα του πρωινού, που υπομονετικά είναι εκεί σε μια ατέρμονη επανάληψη. Μήπως και την αντιληφθείς επιτέλους.

Η σιωπή, είναι τότε, πριν ξυπνήσουν τα πουλιά και σε καλέσουν για το πέταγμα στο διάφανο. Το καθαρό. Το απέριττα απλό. Αφουγκράσου το καθαρό ταξιδευτή. Οι Ατλαντίδες είναι δικιές σου. Κι όμως εσύ, ψάχνεις στα σκοτεινά βλέμματα των ψεύτικων δρόμων. Κι η Ιριδα, ανοιγοκλείνει ατέρμονα στο πρώτο άγγιγμα- κάλεσμα του νιογέννητου φωτός. Κάθε Αυγή. Μα εσύ προτιμάς τον παράταιρο ήχο των πλουμιστών παγωνιών, που κρώζουν αντί να κελαηδούν. Που σέρνουν την πλουμιστή τους κενότητα, αντί να πετούν.

Κι όμως, να! Ένα πετροχελίδονο. Απλό. Μα με δυνατά φτερά. Μια μαυρόασπρη αιωνιότητα. Ευέλικτη. Εντός σου. Το χάδι της Ιριδας. Το χάδι της θύρας. 

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

σε νύχτα ελάσσονα...


Ένα adagio που μεταμορφώθηκε σε σουίνγκ, το λυκόφως. Παρεμπίπτοντες ήχοι, ως από τα ανοιχτά παράθυρα του νου.

Θα μπορούσε να ήταν μισοσβησμένη κάφτρα, που, αν και καπνιστής, σε ενοχλεί, το παράταιρο του χρόνου.

Εκπτωτα φθινόπωρα, ως η αβεβαιότητα της πιθανότητας.

Βέβηλος χορός εξωτικής κορασίδας σε λάθος τόπο, το κλεμμένο παρόν. Από μια οπτασία που είναι σχεδόν βέβαιη ότι αποτελεί παρουσία. Το όνειρο. Ως εκλιπούσα παρόρμηση που αφήνει έντονο άρωμα από τα μπαχάρια των ταξιδιών της αναζήτησης.

Ως adagio που χάθηκε σε μια διασκευή σουίνγκ.

Ένα γαλάζιο αναποφάσιστο. Χρόνος με ένα βεβιασμένο χαμόγελο.

Κάπου αλλού είναι λυκαυγές το δικό σου λυκόφως.

Μώβ στιγμές. Ανακατεμένο άλικο και μπλέ. Σχεδόν νύχτα. Σε ελάσσονα κλιμακα.

Νύχτα ελάσσονα…

 

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

ΑΛΙΚΟ ΑΛΑΝΙ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ...


Γέλιο, πίσω από διάφανες ομίχλες. Γέλιο, πίσω από νωχελικούς καπνούς. Γέλιο, πίσω από τα νέφη. Γέλιο, τ’ ουρανού το ξέσπασμα. Γέλιο, του κεραυνού το βλέμμα.

Κάτσε ακίνητος και θα πιάσεις τους καιρούς. Γέλασε και θα πιάσεις τους ανέμους.

Γραμμή που θέλησε, αντί για όριο, να γίνει πολύχρωμη κορδέλα, στα χέρια ασκούμενης χορεύτριας του νου.

Ισως το παιχνίδι να είναι στημένο. Ισως. Όμως είναι πάντα παιχνίδι.

Γίνε αλάνι, με λερωμένα τα χαμογελαστά του μάγουλα από τη κλεμμένη σοκολάτα της νύχτας.

Όταν οι καιροί γίνονται σκοτεινοί, είναι η ώρα για το ‘Αλικο Αλάνι της Αυγής.

 

The fly

Stay still and you will catch the fly ...