Τετάρτη 19 Νοεμβρίου 2014

Ο ΜΥΣΤΗΣ ΠΟΥ ΞΕΧΑΣΕ...


Υάκινθοι κι Ασφόδελοι, στου ‘Αδη το βασίλειο, κόρη της Γης απου θρηνεί τον ‘Ερωντα στον Ηλιο.

Και ‘Συ, φως μου αιώνιο, μου φτιάχνεις άγριο τόξο, μ’ αυτό, καιρούς και θύελλες και καταχνιές να διώξω.

Και στέλνεις μου, σιωπηλά, Εφήβου πρώτο χνούδι, να το χαρίσω στης Αυγής το πιο ηδύ τραγούδι.

Φλισκούνι και θυμάρι μου και ‘συ λεμονανθέ μου, πες ποια Σελήνη- μάγισσα δακρύζει πάνωθέ μου.

Και στέλνει μου, τ’ αρώματα, το φέγγος- άγρια μύρα, να λούσω στον Αχέροντα τσ’ αθιβολιάς αλμύρα.

Και ζήλεψέ σου, Έρωντα, του σκότους το αγρίμι και κυνηγά η λησμονιά της ‘Ανοιξης τη μνήμη.

Κι είναι, σαν ‘Εαρ, πιο γλυκό, Σελήνη μου η ψυχή σου, άγριος Πάνας – κεραυνός, κλέβει την ηδονή σου.

Σε κέρας δράκου πίνει το, της ζήσης σου τ’ ανάμα, Μύστης κρυφός που ξέχασε, του Ποιητή το γράμμα. 

 

 

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ


Ελα, για θέλω ‘σε πολύ, σα μυρωδιά τ’ Απρίλη, σα πόνος που μαράθηκε, μεσ’ της βροχής το δείλι.

Μ’ ενός φτερού αψηφισιά, στα τρίσβαθα του νου σου, πετώ δίχως να σκιάζομαι, του πιο κρυφού λυγμού σου.

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Ο ΒΩΜΟΣ ΤΟΥ ΛΥΚΟΦΩΤΟΣ


Κι ύστερα ένα φτερό που αψηφά την θύελλα και σπαθίζει το ουράνιο τόξο. Το κρυμμένο στο βλέμμα χίλιων σιωπών μαζί.

Μια κρυφή ανάσα. Νανούρισμα της φωτιάς που κατακαίει με το χάδι της, τους Αρχάγγελους. Τους φυλαγμένους στον κόρφο της ερήμου. Γαλήνιους, μα τόσο επικίνδυνα οπλισμένους, με την Αγάπη, που φοβάσαι. Να μην κυριαρχήσει πάνω στον ιδρώτα της σιωπής. Της γεννημένης από τους μύθους σου. Που σιγοψιθυρίζεις κάθε δείλι, στο λυκόφως.

Κι αυτό, ακούει υπομονετικά, πλέκοντας τους λαβυρίνθους- τα μακριά μαλλιά της εξοστρακισμένης γαλήνης. Γιατί πρόδωσε τα μυστικά σου στον Κρόνο. Και αυτός τα έκανε δακτυλίδια γύρω από το Είναι του. Και από τότε τα βλέπει η μακρινή Ανδρομέδα και γελά. Με σένα. Με τον πόνο που έγινε η πιο κρυφή σου δύναμη. Καθώς πήρες το τσεκούρι και έσπασες τον βράχο που έκρυβε πηγή κρυστάλλινη- τους πόθους σου. Και ξεπηδά σαν αρτεσιανό φρέαρ το παγωμένο Εντός και ξεχύνεται στο σύμπαν. Γίνεται ένα μαζί με το νεφέλωμα των ιδεών και των σκέψεων.

Γίνεται η κόρη της Αρτεμης που ποτέ δεν γέννησε. Μα που την έπλασαν οι ελεύθεροι αντικατοπτρισμοί του ψιθυρίσματος των φύλλων, που δεν γνωρίζουν το τέλος. Παρα μόνο την αιώνια αρχή του φωτός. Καθώς αυτό ταξιδεύει μέσα στα μαλλιά της κλεμμένης  αγάπης, η οποία θα οδηγεί στην αιώνια άλωση της Τροίας. Και τους Εραστές της, βαθιά πληγωμένους, ως μαστιχόδενδρα που βγάζουν το ‘Αρωμά τους σε κάθε χαρακιά.

Ενας Ηλιος που έπεσε στην υγρή και πολλά υποσχόμενη, αγκαλιά της θάλασσας, ματώνοντάς την, με τον ‘Ερωντά του.

‘Ενας θεός που ψηλαφίζει τις πληγές του χρόνου, στις εσχατιές των οριζόντων, Ένα ‘’γιατί;’’ που βαρέθηκε κάθε ορισμό του ’’Διότι’’.

Περιπλανώμενε τροβαδούρε στους ήχους ποιάς βελανιδιάς θα κοιμηθείς απόψε; Πούθε ο Ορφέας θα ψάλλει και ‘συ δεν θα’ σαι εκεί ν’ ακούσεις το μαγικό ψάξιμο στους ήχους της σιωπής.

Μόνο τις βάρβαρες χροιές των ειωθότων λιθόστρωτων  του νου θ’ ακούσεις. Που θα σε πάνε όμως μακριά. Εκεί που ο αρχαίος Μύστης, θα πλένει τα χέρια του πάνω στο βωμό του λυκόφωτος.

 

ΜΙΑ ΦΛΥΑΡΗ ΣΙΩΠΗ...


Ότι κι αν ποθήσεις, είναι λίγο, αν η λάμα του γλύπτη, δεν έχει πλάσει την ψυχή σου. Μορφή ανεξίτηλη στην αγκαλιά της θύελλας. Στην αγκαλιά των ανέμων, των λευτερωμένων από το λυκόφως της απουσίας. Που πίνει αργά τον καφέ της αιωνιότητας. Μαζί με τον γαλάζιο καπνό, μιας άλικης φλόγας, ενός Αχέροντα που σιγοκαίει στις όχθες σου. Εκεί που συντρίβονται τα κύματα του Εντός.

Στην τόσο πολύχρωμη μονοχρωμία της σιωπής. Που επανέρχεται με υψωμένο το σπαθί, κατακερματίζοντας το νεφέλωμα των εναλλαγών, του τόσο ασυνείδητα συνειδητού σκότους.

Και ύστερα, οι ψιχάλες της ψυχής, ανακατεύονται με την ώχρα και τον ασβέστη.

Και φτιάχνουν σύμπαντα, που το δικό σου παρόν, είναι ήδη παρελθόν γι’ αυτά.

Ένας γαλάζιος καπνός, σέρτικος, μέσα στο αίμα ενός μύρου, που έρχεται από τις καπνισμένες εκτάσεις του ανείπωτου πόθου.

Μια σαπφική ελεγεία η νύχτα, καθώς αγκαλιάζει την ψυχή, σε ένα συμπόσιο με παρούσες όλες τις απουσίες.

Κι η μουσική, ως Επικούρεια ηδονή, τραντάζει συθέμελα, ότι είθισται. Για σένα. Για το τόσο αντικειμενικά υποκειμενικό σου συναίσθημα. Για το, απείρως παράλογο της επιθυμίας του αόρατου, να γίνει ορατό.

Μυρωδιές από καμένες αιωνιότητες. Μυρωδιές από καμένες ηδονές. Μυρωδιές από καμένα Είναι. Μυρωδιές από γαλαξίες, που φτιάχνουν οι σέρτικοι καπνοί  του λυκόφωτος.

Και πίσω από την Κυπρίδα, ο αιματοβαμμένος βωμός, με πρόσφατη τη θυσία της παρουσίας. Με αντάλλαγμα ένα αιωρούμενο όνειρο, πάνω στις υψωμένες λόγχες. Πάνω στον κοφτερό πόνο. Πάνω στην απουσία. Εσύ το θέλησες; Γιατί; Γιατί το πληγωμένο αγρίμι αποτραβιέται στα σπήλια, θεραπεύοντας, μόνο, τις πληγές του. Κοιτώντας από μακριά το κυνήγι των νεφών στους αιθέρες του μισεμού του.

Γιατί ο πόνος, είναι βότανο, ο ίδιος, που θεραπεύει από τους αντικατοπτρισμούς ψεύτικων ειδώλων, στο λυκόφως, ή στο λυκαυγές. Τι σημασία έχει; Έχουν το ίδιο χρώμα το τέλος και η αρχή. Έχει το ίδιο χρώμα η πληγή και τα ρόδινα μάγουλα της ηδονής. Έχει το ίδιο χρώμα, το αίμα και το κρασί, που θα το πλύνει. Κι ανακατεύονται. Και γίνονται θυμίαμα στα συντρίμμια των βέβηλων επιθυμιών, που ζητούν, επίμονα, να εκπληρωθούν. Ή, να πληρωθούν καλύτερα. Καθότι, σου ζητούν το αντίτιμο, για την δική τους ύπαρξη. Απόλυτα εγωιστικά. Χωρίς να κοιτούν την δική σου γύμνια. Την δική σου ειλικρινή παραδοχή. Ότι εσύ ήσουν το ψεύτικο είδωλο. Και πως και τα συντρίμμια του, εσύ είσαι πάλι. Και το θυμίαμα πάλι εσύ.

Μα, η ηδονή, είναι ένας μεθυσμένος καπνός, απόλυτα αναρχικός, που μπαίνει μέσα στις σχισμές που αφήνουν οι ρυτίδες σου. Από το τσαλάκωμα του ταξιδιού. Στις ατέρμονες χώρες, του Εντός.

 

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Η ΔΥΣΗ ΤΩΝ ΠΛΕΙΑΔΩΝ


Ιέρεια που το ξεχασμένο τραγούδι της, είναι βότανο στις πληγές της σιωπής. Το λυκόφως ξεπροβάλλει από το ματωμένο τούλι μιας μπαλαρίνας, που ακροβατεί στην αιωνιότητα.

Το μεθυσμένο λυκόφως, κάνει παρέα με τον Ωρίωνα, που ακόμη κυνηγά τις Πλειάδες, τις κόρες του Ατλαντα. Κι αυτές αιωνίως προπορεύονται. Στην ανάδυσή τους, γυμνοί θεριστές. Στη δύση τους, έρωντες που γίνονται τα δάκρυα της ομίχλης του νου, καθώς τα φθινοπωρινά φύλλα, γνώρισαν το θνητό τους τέλος.

Κι έπειτα μια γη γυμνή, μπροστά στις κοφτερές κρύες λάμες.

Η επάνοδος της σιωπής, πιο έντονης από ποτέ, μέσα από τα χέρια χορευτών, που υψώνονται στο φως του προβολέα. Ως κλαδιά αφημένα στον άνεμο. Που οι αρχαίοι, παλιοί δράκοι λένε, ότι είναι η φύση της ψυχής. Μιας ψυχής, ως τα ταραγμένα μαλλιά των νεράιδων, τα αφημένα στα δάκρυα των Υάδων. Που προλέγουν τον ιδρώτα του Ουρανού, του χαμένου στα βλέμματα των γιών του Κάιν.

Μαινάδα που  θρηνεί το κατακάθι των σκέψεών της. Σ’ ένα πληγωμένο λυκόφως, που χάθηκε στον αχνιστό καφέ μιας αφελούς νωχελικότητας. Πριν ηχήσουν οι εφτά σάλπιγγες. Πριν σταματήσει το κελάηδισμα των Ερινύων. Καθώς κατεβαίνει η Περσεφόνη στα τρίσβαθα του νου, να γίνει ο ατέρμονος κύκλος των αστερισμών που χάθηκαν στον μύθο. Μα που τους θυμάται η σιωπή, κάθε, που η ξεχασμένη ιέρεια λέει το τραγούδι της. Μέσα σε καπνούς από φτηνά τσιγάρα και φωτιά, που καίει αιώνια, μέσα στις ψυχές των ποιητών και των αλανιών του φωτεινού σκότους. Του σκοτεινού φωτός.

Νέγρα νύχτα, που σηκώνει τις άκρες του φουστανιού της μέχρι τους γοφούς και λικνίζεται, ως σε μια καθαρτήρια ιεροτελεστία. Με τα γυμνά της πόδια σε ένα χορό Μαινάδας. Μιας κρυμμένης Μαινάδας, που υποβόσκει πίσω από το γαλήνιο βλέμμα της νεράιδας που χάνεται μέσα στο λυκαυγές. Γιατί ζει μέσα στο λυκόφως. Εχοντας τα χέρια της γδαρμένα από την ανάβαση σε τοίχους ψηλούς και κοφτερούς. Εκεί που κρύβεται ο φτερωτός θεός. Ο κλέφτης θεός του Ερωντα.

Και οι Πλειάδες, οι κόρες του Ατλαντα θα προπορεύονται αιωνίως του Ωρίωνα και με έναν αναστεναγμό θα δύουν στην αγκαλιά του Ωκεανού. Και η δύση τους, αυτός ο αιώνιος θάνατός τους, θα προμηνύει την έλευση του φωτός, σε εποχές σκοταδιού και Ερινύων. Θα είναι το προμήνυμα της αλλαγής των εποχών του Εντός. Του χαμένου νούφαρου στην ανάσα της ξεχασμένης κρινοδάκτυλης ιέρειας. Που συνεχίζει το τραγούδι της μέσα στα δάκρυα των Υάδων.

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014

ΠΟΙΗΤΗΣ


Τι να’ ναι ο ποιητής;

Εκείνος που το αόρατο το κάνει ορατό. Που τη σιωπή κάνει λόγια. Που τη μοναξιά κάνει συντροφικότητα. Που την έρημο κάνει ταξίδι στη χώρα των ρουμπινιών. Που πιάνει τις ηλιαχτίδες και τις κάνει το χάδι στα μαλλιά ενός, μόνου, σε νύχτα γιορτής.

Τι να’ ναι ο ποιητής;

Αυτός που, ξωτικό και νεράιδα είναι. Που Πάνας και ‘Αρτεμη είναι. Που του ανήκουν η Βαβυλώνα κι η Ατλαντίδα, που ποτέ δεν είδε, μα τις γνωρίζει και είναι δικές του.

Τι να’ ναι ο ποιητής;

Αυτός που το σκοτάδι είναι φίλος του. Αυτός που το φως ερωτεύεται τις πληγές του. 

 

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Η ΓΥΜΝΗ ΣΙΩΠΗ...


Κτυπούν τα τύμπανα του πολέμου. Ρυθμικά. Σημαίνοντας την επιδρομή στις ώρες του λυκόφωτος.

Ενας αρχάγγελος με πύρινη αρματωσιά και τα φτερά ανοιγμένα, σου δίνει το σπαθί. ‘Αλικη ανάσα. Γεμάτη από τη φωτιά παλιών δράκων. Και ίπταται της ψυχής, που θέλει το εύκολο. Να θέλεις το δύσκολο! Να θέλεις το αδύνατο!.

Το λυκόφως μίλησε και καλεί σε κυνήγι.

Μέσα από τις φλόγες του Εντός, ξεπετάγεται ένας αητός. Κι αν τα φτερά του είναι καψαλισμένα, ο ίδιος θέλησε να γίνει φωτιά. Τα φτερά του τώρα είναι πύρινες γλώσσες που μιλούν στην αρχαία λαλιά. Αυτήν, που καταλαβαίνουν όλα τα ορατά και τα αόρατα. Και είναι όλα παρόντα. Και καλούν σε έναν πολεμικό χορό, γύρω από την αειθαλή φλόγα του Είναι. Και αυτό (το Είναι), βγάζει αλαλαγμούς σε όλες τις δυνατές παραλλαγές του, πέρα από τα όρια του υπάρχοντος. Οντως.

Μια αχαλίνωτη δυνατότητα της επίτευξης των οριζόντων.

Γαλαξίες και σύμπαντα ομάδι, σε ένα χαμόγελο. Ένα τόσο αταίριαστα ταιριαστό Είναι. Που θέλησε να γίνει το ‘Ολον από το οποίο προήλθε, αλλά που ήταν τελείως απαίδευτο στο να έχει υπό τον έλεγχο του, τα χαλινάρια από το άρμα του Ηλιου. Γελά ο Ηλιος και του αφήνει τα καθαρόαιμα άτια  του, στα άπειρα χέρια του. Ξέρει ότι ριψοκινδυνεύει να χάσει το βασίλειό του.. Όμως ο κίνδυνος κάνει την εμπειρία. Κλείνεις τα μάτια και κοιτάς μέσα στο αρχέγονο πυρήνα και μετά τραβάς με δύναμη τα άτια του Ηλιου. Και το άρμα ανεβαίνει κατακόρυφα. Και τότε πιάνεσαι από την πρώτη ηλιαχτίδα που πέφτει στα μακριά μαλλιά του αιώνια νέου ‘Ερωντα.

Και τον ρωτάς, αν είναι η αιωνιότητα κοντά πια. Κι αυτός σου λέει το μυστικό. Που κρύβεται στην ανάσα της ηδονής της αναζήτησης.

Το Εντός σου δείχνει τον δρόμο για τον άλλον. Το Εντός είναι ο δρόμος. Κι η σιωπή φορά τα πιο πλουμιστά της λούσα που οι παράταιροι ήχοι σου, της τα έδωσαν. Μα της είναι ξένα. Τα βγάζει. Κι απομένει γυμνή. Αφουγκράσου…

 

ΤΟ ΧΑΔΙ ΤΗΣ ΘΥΡΑΣ...


Αρχέγονη φιγούρα στο θέατρο σκιών της  Ανατολής, ξύπνα και γδύσου τα πέπλα σου.

Μια λεπίδα λευκή, ως κοφτερός κρίνος, κόβει το μαύρο, λαβώνοντάς το ανεπανόρθωτα.

Κρυφή μουσική κείτεται μέσα στα σιωπηλά νούφαρα.

Ανοιξε δίοδο στις λόγχες.

Αφουγκράσου το ντροπαλό δάκρυ των οριζόντων, που μόλις διακρίνεται στην άκρη του βλέμματος της Αυγής.

Προς τα μέσα είναι το ταξίδι. Προς τα μέσα είναι η Ατλαντίδα, που χάθηκε επί τα εκτός. Δεν χρειάζονται φανταχτερές θύρες. Υπάρχει μόνο μια ασπρόμαυρη ‘Ιριδα που ανοίγει, μόνο, όταν την χα’ι’δέψει το φως.

Τότε, στο άγγιγμα των ηλιαχτίδων, δες, χαμένε ταξιδευτή της ερήμου. Αυτό που πιάνεις στην άκρη του νου σου, είναι τα φτερά σου. Τεράστια, μαύρα. Θα μπορούσε να είναι ένα συνοθύλευμα από την έκσταση που ψάχνεις σε μακρινές διαδρομές. Σε μια αιωνιότητα-φευγιό.

Το ταξίδι είναι αλλού. Εσύ είσαι το ταξίδι. Εσύ είσαι το όνειρο. ‘Όλα εσύ, χαμένε ακροβάτη στα θρύψαλα του γαλάζιου. Κάρφωσες τον ορίζοντα στους τοίχους του ‘’είναι’’. Και τον βλέπεις σαν σε ακίνητη εικόνα. Ασε το βλέμμα σου να το χα’ι’δέψει ο άνεμος, ο γεμάτος αθιβολιές κι αρώματα από τους κρεμαστούς τους κήπους της Βαβυλώνας, που, αν δε το ξέρεις, είναι δικιά σου.

Είσαι η Βαβυλώνα. Γεμάτη από το αίμα των βωμών, των βεβηλωμένων από του Πάνα τα συμπόσια.

Κι εσύ, παιδί με το χέρι σπασμένο, επειδή ακούμπησε το  χάδι. Μα με τις μαύρες φτερούγες σου, ανοιχτές διάπλατα, να πιάνουν όλο το σώμα ενός ψηλού πολεμιστή των Αστερισμών, που έχουν οδηγό τους οι ναύτες. Οι χαμένοι στις υγρές αγκαλιές των Ωκεανίδων, με τα μακριά μαλλιά, τα γεμάτα υποσχέσεις. Για ηδονές. Για πραγματώσεις. Για εκπληρώσεις του ανεκπλήρωτου. Για το εφικτό του ανέφικτου. Για το δυνατό, στο αδύνατο.

   Κι η σιωπή παρούσα. Με ένα αδιόρατο μειδίαμα να σε κοιτά υπομονετικά. Να φεύγεις. Ολο να φεύγεις. Για που; Χαμένε ταξιδευτή των ερήμων.

Βέβηλα παζάρια στις περιβόλους της αιωνιότητας, αντί για θυμίαμα.

Στάσου και αφουγκράσου. Την αύρα του πρωινού, που υπομονετικά είναι εκεί σε μια ατέρμονη επανάληψη. Μήπως και την αντιληφθείς επιτέλους.

Η σιωπή, είναι τότε, πριν ξυπνήσουν τα πουλιά και σε καλέσουν για το πέταγμα στο διάφανο. Το καθαρό. Το απέριττα απλό. Αφουγκράσου το καθαρό ταξιδευτή. Οι Ατλαντίδες είναι δικιές σου. Κι όμως εσύ, ψάχνεις στα σκοτεινά βλέμματα των ψεύτικων δρόμων. Κι η Ιριδα, ανοιγοκλείνει ατέρμονα στο πρώτο άγγιγμα- κάλεσμα του νιογέννητου φωτός. Κάθε Αυγή. Μα εσύ προτιμάς τον παράταιρο ήχο των πλουμιστών παγωνιών, που κρώζουν αντί να κελαηδούν. Που σέρνουν την πλουμιστή τους κενότητα, αντί να πετούν.

Κι όμως, να! Ένα πετροχελίδονο. Απλό. Μα με δυνατά φτερά. Μια μαυρόασπρη αιωνιότητα. Ευέλικτη. Εντός σου. Το χάδι της Ιριδας. Το χάδι της θύρας. 

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

σε νύχτα ελάσσονα...


Ένα adagio που μεταμορφώθηκε σε σουίνγκ, το λυκόφως. Παρεμπίπτοντες ήχοι, ως από τα ανοιχτά παράθυρα του νου.

Θα μπορούσε να ήταν μισοσβησμένη κάφτρα, που, αν και καπνιστής, σε ενοχλεί, το παράταιρο του χρόνου.

Εκπτωτα φθινόπωρα, ως η αβεβαιότητα της πιθανότητας.

Βέβηλος χορός εξωτικής κορασίδας σε λάθος τόπο, το κλεμμένο παρόν. Από μια οπτασία που είναι σχεδόν βέβαιη ότι αποτελεί παρουσία. Το όνειρο. Ως εκλιπούσα παρόρμηση που αφήνει έντονο άρωμα από τα μπαχάρια των ταξιδιών της αναζήτησης.

Ως adagio που χάθηκε σε μια διασκευή σουίνγκ.

Ένα γαλάζιο αναποφάσιστο. Χρόνος με ένα βεβιασμένο χαμόγελο.

Κάπου αλλού είναι λυκαυγές το δικό σου λυκόφως.

Μώβ στιγμές. Ανακατεμένο άλικο και μπλέ. Σχεδόν νύχτα. Σε ελάσσονα κλιμακα.

Νύχτα ελάσσονα…

 

Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014

ΑΛΙΚΟ ΑΛΑΝΙ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ...


Γέλιο, πίσω από διάφανες ομίχλες. Γέλιο, πίσω από νωχελικούς καπνούς. Γέλιο, πίσω από τα νέφη. Γέλιο, τ’ ουρανού το ξέσπασμα. Γέλιο, του κεραυνού το βλέμμα.

Κάτσε ακίνητος και θα πιάσεις τους καιρούς. Γέλασε και θα πιάσεις τους ανέμους.

Γραμμή που θέλησε, αντί για όριο, να γίνει πολύχρωμη κορδέλα, στα χέρια ασκούμενης χορεύτριας του νου.

Ισως το παιχνίδι να είναι στημένο. Ισως. Όμως είναι πάντα παιχνίδι.

Γίνε αλάνι, με λερωμένα τα χαμογελαστά του μάγουλα από τη κλεμμένη σοκολάτα της νύχτας.

Όταν οι καιροί γίνονται σκοτεινοί, είναι η ώρα για το ‘Αλικο Αλάνι της Αυγής.

 

The fly

Stay still and you will catch the fly ...

ΥΠΟΧΘΟΝΙΑ ΚΡΑΥΓΗ Η' ΟΙ ΩΡΕΣ...


Μια υποχθόνια κραυγή σκίζει τα σωθικά του ορίζοντα. Δρομέας που ξεπέρασε τους νόμους της αντοχής . Και είναι ευτυχής τώρα. Γιατί πετά αντί να τρέχει πιά. Μαύρες φτερούγες έχει στις πληγές. Που είναι βότανα της Αυγής. Κρυφό φως σε κάθε ξενιτεμένο βλέμμα. Που χάνεται στα μάτια μιας τόσο απούσας παρουσίας.

Και ύστερα ο τροβαδούρος αρχίζει το μακρόσυρτο τραγούδι του. Μέσα στους καπνούς ενός χρόνου, που απορείς, πως υπάρχει ακόμα.

Κι οι πηγές του Αχέροντα σου ψιθυρίζουν ότι οι ώρες συνεχίζουν να χτυπούν ακόμα.

Η ώρα του λύκου. Η ώρα του μαυροντυμένου χα’ι’νη. Η ώρα της ξεχασμένης ερήμου. Η ώρα της σκισμένης σάρκας εξωτικού καρπού στα δόντια του λυκόφωτος. Η ώρα του ταξιδευτή των οριζόντων. Η ώρα της αιματοβαμμένης λάμας του κοφτερού ‘’είναι’’. Η ώρα της υποχθόνιας κραυγής. Που γκρεμίζει τους βωμούς των βέβηλων ψευδαισθήσεων. Αλήθεια σε καλώ. Όπως ο χορός των τυμπάνων πριν την έναρξη της παράστασης των σκιών. Και ‘συ, χαμένος ηθοποιός, ο κορυφαίος του χορού, που αρνείται να πει τα λόγια.

Και φτιάχνει μόνος, την υποχθόνια κραυγή. Ως αφυπνισμένη αρχέγονη ηδονή.

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

ΜΙΑ ΤΡΑΓΟΠΟΔΑΡΗ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ


Έσκισα την Αυγή μ’ έναν κεραυνό. Έσκισα το δείλι μ’ έναν κεραυνό . Ο μέλανας χιτώνας της νύχτας , τυλίγει ως όφις τον παράταιρο ήχο . Σε σκοτώνω . Εσένα που άγγιξες την σιωπή , ψεύτη πόθε του Άδη .

Μετά κλείνουν οι πύλες . Μετά σπάω τις πύλες που τόλμησαν να κλείσουν .

Άλικο στο γαλάζιο . Άλικο στο βλέμμα . Άλικη κραυγή .

Το ταξίδι δεν περιμένει . Άλμα στον Άνεμο .

Έπειτα μια θάλασσα γεμάτη από την θεά.

Μια σταγόνα αίμα πάνω στο γκρίζο . Ξύπνησε ο λύκος και βρουχάται . Κι είναι όλα καθαρά πάλι . Όπως μετά την βροχή . Μοσχοβολάνε όλα το δάκρυ των νεφών .

Κι η ξαστεριά παίρνει την εκδίκησή της . Και αναδύεται αγέρωχη , ξυπνώντας τον Πάνα .

Μια τραγοπόδαρη αιωνιότητα κυνηγά τις νεράιδες . Κι αυτές αρπάζουν τις εσχατιές των ερήμων και τις κάνουν Έρωντα .

Στη συνουσία τους με τους κεραυνούς σκοτώνουν το θνητό και γεννούν το ατέρμονο.

Μη ρωτάς ποτέ τα μυστικά των βράχων . Έχουν πάρει όρκο σιωπής . Το κύμα ρώτα μόνο . Που τα σκοτώνει με το χάδι του.

Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014

Η ΣΑΡΚΑ ΤΟΥ ΞΩΤΙΚΟΥ


Μύρο του θεάτρου των στιγμών , των αφημένων στη ψευδαίσθηση . Ανυπόστατη γαλήνη . Αντικαθρεπτισμός του έλους , το χαμένο νερό της θλίψης. Ένα γερμένο φύλλο ενός πλάτανου που έχασε την αιωνιότητά του. Στιγμές που ζητούν το άλλο . Στιγμές που δεν είναι . Που έχουν , αλλά δεν είναι .

Όταν είσαι στην έρημο , καραδοκούν οι έφιπποι Βεδουίνοι του ‘’εντός’’ , ντυμένοι τα μέλανα βλέμματά τους . Και μια χαμένη κανέλλα ζευγαρώνει με τα μοσχοκάρφια από κρυμμένες αρχαίες αγορές .

Μην απαντάς . Απλώς ρώτα . Τον κλέφτη ‘Ανεμο της Αυγής που συχνάζει στα καπηλιά του δειλινού και μεθά με τους ‘Ερωντες πλανεμένων αστερισμών .

Μετά ένα καθαρτήριο δάκρυ , φερμένο από ταξιδιάρικα πουλιά που αποδημούν , ζητώντας τις Αλήθειες της Νεραντζιάς.

Αρωμα που αναδύεται όταν πληγωθεί η γαλήνη.

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ - ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ


Οντε θε να ‘χεις τα φτερά , του νου , κάτω ριγμένα, κάνε τον πόνο πέταγμα , ξέγραψε τα γραμμένα.

Οντε θε να ‘σαι αμοναχός , νταγιάντα , μη λυγίσεις , καλλιά να σπάσεις το γυαλί , παρά να το ραγίσεις.

Οντε οι σκέψεις θα γινούν , βαρύ , μαύρο κουβάρι , γίνε σπαθί και κόψε το , λίρας γίνε δοξάρι.

Κι αν έκλαψα , το δάκρυ μου το ‘ πιασα που κυλούσε κι ήταν αυτό που μ’ ένιωσε , το χέρι μου κρατούσε.

Στου νου μου τα ‘ ακροδάκτυλα ,πιάστηκε ένα δάκρυ , γέννησε ζάλα δυνατά , κάθε γκρεμού η άκρη.

Τσ’ αλήθειας σου να μη ξεχνάς σ’ ερήμους οντε φτάσεις , κάνε το αίμα της πληγής , πηγή να ξεδιψάσεις.

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2014

τα ψυχόνυχα της γοργόνας...


Τι τώρα , τι μετά από λίγο . Τώρα λοιπόν . Σε κοιτώ κατάματα Μέδουσα . Δεν μπορείς να με μαρμαρώσεις γιατί ξέρω το όνομά σου . Ξέρω όλα σου τα ονόματα . Τα χαμένα στα συντρίμμια βωμών που νομίζουν ότι φοβίζουν τις Ιφιγένειες .

Που πάντα στο τέλος γι αυτές αναβάλλεται το θυμίαμα . Και πάντα κερδίζεται η αιώνια μάχη , χωρίς ο Κάλχας να διαβάσει τα ανοιγμένα σπλάχνα τους .

Οι οιωνοί είναι το παιχνίδι των θεών ,

Κάπου , στο βυθό της αβύσσου βρίσκεται η απάντηση στο μυστικό το θαμμένο από τους Εγκέλαδους του ‘’είναι’’.

Ισως ψάχνοντας στη αρχή του Ερέβους βρεθεί το φως στην άκρη των στίχων που μόλις γεννήθηκαν.

Και μετά το ταξίδι .

Τα λόγια είναι οι πληγές της σιωπής .

Κι αυτή αιμορραγεί , βάφοντας το γαλάζιο . Που μια σκοτεινή θεά το τσαγκρούνισε και της έμεινε στα ακρόνυχα . Στη συνουσία της με όλα τα όνειρα .

Όταν πεθαίνουν τα σύννεφα γίνονται βροχή – ιδρώτας των Ερώντων που δραπετεύουν κάθε δείλι.

Κάθε κορυφή είναι ένα τέλος .Που ζητά να αναιρεθεί και να γίνει πέταγμα .

Στα μαλλιά της γοργόνας που θρηνεί , γιατί δεν της απαντούν οι Ανεμοι . Όταν τους ρωτά για το ποιος μάγεψε τα ψυχόνυχά της .

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2014

ΑΓΓΙΓΜΑ ...


Κάποιες φορές η σιωπή είναι  τόσο αταίριαστα ζεστή . Διάφανο υφάδι , σε τυλίγει , η ανάσα του θέρους που σβήνει . Εικόνα που χάνεται στο βυθό των οριζόντων , καθώς απομακρύνεσαι , σε ατέρμονες διαδρομές .

Κάποιες φορές το γνωστό είναι τόσο άγνωστο . Χώρα μακρινή που επισκέφτηκες και σου άφησε το ανεξίτηλο άρωμά της . Αγγιγμα φευγαλέας ηδονής , που σου άφησε το ανεξίτηλο άρωμά της .

Φιλί που μέσα του χάθηκες . Που μέσα του ζήτησες να χαθείς .

Και μετά , ζαλισμένος περιστρεφόμενος δερβίσης , με το ένα χέρι στο γαλάζιο και το άλλο στο σκοτάδι , στροβιλίζεσαι σ’ έναν διάττοντα Έρωντα.

Να’ ναι η ηδονή , η πάχνη που σε τυλίγει και σου δίνει τους λωτούς της για να ξεχαστείς στις διάφανες αγκαλιές των Σειρήνων .

Αταίριαστοι ήχοι . Παράταιροι με τη σιωπή . Κι αν ξένοι , πιο οικείοι , από αθιβολιές που διαγράφηκαν .

Στίγμα ρόδινο που χάνεται καθώς απομακρύνεσαι. Όλο και πιο κοντά σ’ αυτό το κάτι που είσαι , αφού επιτέλους αρνήθηκες ότι έχεις .

Και γυμνός από τη ψευδαίσθηση , πορεύεσαι στο βλέμμα του λυκόφωτος . Που σε καλεί , θνητή θεά , που το διάλεξε να είναι , το τέλος του ατέρμονου πόνου .

Βαριά μελωδία που αφήνεται στους σέρτικους καπνούς του ‘’τώρα’’.

Ηδονές που σε κάνουν να ξεχνάς , εστω και φευγαλέα , τη σιωπή .

Παράταιροι ήχοι . Μα τόσο ζεστοί . Όσο η αλήθεια που λένε μεταξύ τους δυο ξένοι , σε μια συντροφικά μοναχική διαδρομή . Καθώς πορεύεσαι , χωρίς να θέλεις δικό σου τόπο . Περιπλανώμενος  τροβαδούρος που ξέφυγε από τα ξεχασμένα τραγούδια άγνωστων μουσικών , που βρέθηκαν ξανά στο άγγιγμα των Εραστών του εφήμερου .

Θα σε δω στους στίχους των τραγουδιών …

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2014

ως αδέσποτη απουσία...


Ιαχές του νου . Και ύστερα σιωπή . Ως Μορφέας των χρυσαλίδων . Ακατέργαστη γαλήνη . Η ειρωνεία του μαντατοφόρου Ερμή , μπροστά στον Αδη της πεθυμιάς . Ενας αναποφάσιστος άνεμος .

Στα σκαλιά των οριζόντων , φωτιά μόνη . Στα βλέμματα των οριζόντων , φωτιά μόνη .

Το κάλεσμα ενός φλύαρου απείρου .

Στις εσχατιές της σκέψης , οι τριγμοί ενός βωβού πόνου που σφίγγει τα δόντια .

Ευτυχώς είναι μεγάλη η έρημος . Έχουμε δρόμο ακόμη στο ψιθύρισμα των διαττόντων στιγμών .

Ενας λογισμός που απέμεινε , φεύγει , ταξιδευτής της νύχτας .

Εκεί που τελειώνουν οι δρόμοι αρχίζει το απέραντο . Σάλπισμα ενός θυμωμένου νου , για ανασύνταξη σκέψεων .

Ισως το νερό της οδύνης να γίνει ένα με τα χαμένα πελάγη που βρέθηκαν .

Οσο ανεβαίνει το φως , όλα διαβαίνουν τις πύλες.

Μη μηδίσεις .

Η πάχνη χάνεται στη πρώτη ανάσα της αφύπνισης . Ως διαφυγών λύκος υπό το σεληνόφως.

Μόνο η Ηχώς των αστερισμών , αντιμάχεται τους λογισμούς .

Χορικό άσμα που έμεινε ατέλειωτο , γιατί έγινε Διόσκουρος ναυαγισμένων Ατλαντίδων .

Ηδονή .

Ως βότανο εξοστρακισμένης πληγής .

Είθε να δραπετεύσουν οι Άνεμοι για να ελευθερωθούν τα πέλαγα των εσωτερικών συμπάντων .

Θύελλα , σε καλώ με τ’ όνομά σου .

Εκεί που τελειώνει η σιωπή , κρύβεται , ως αδέσποτη απουσία , η κρυφή μας δύναμη .

Η ψευδαίσθηση των καιρών , ως φθινοπωρινά φύλλα , αφημένα στον Έρωντα των Ανέμων .

Μη ξεχνάς να θυμάσαι …