Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΟΡΣΑΣ ΔΡΕΤΑΚΗ

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΦΩΣ ΑΓΑΠΗΘΗΚΑΝ ( 2015 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΡΑΦΟΜΗΧΑΝΗ)
ΤΟ ΜΠΑΧΑΡΙ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ (2013 ΕΚΔΟΣΕΙΣ POEMA)
ΣΤΟ ΘΡΟΊ΄ΣΜΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ ( 2013 ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ)
ΧΑΊ΄ΔΕΨΕ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΤΟ ΦΩΣ ( 2011)

Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΟ ΠΕΜΠΤΟ ΖΑΛΟ

Μη ξεχνας μωρέ το πέμπτο ζάλο. Αυτό που είναι τσι ψυχής σου. Τότε που επαναστατείς ενάντια σε οτι πάει να γίνει δεσμά. Θυμήσου τα γεράκια. Αυτά που σε κοιτούν κατάματα στο δρόμο για το κυνήγι. Και κάνε το πέμπτο ζάλο. Το πέταγμα.

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΟ ΑΠΟΚΡΗΜΝΟ ΧΑΔΙ


Ένα πλανεμένο βλέμμα. Φύλλο που υπέκυψε στο άγγιγμα του ανέμου και έφυγε με μια ταξιδιάρα σκέψη. Κρυφός κήπος γεμάτος δροσιά, γεμάτος πηγές, γεμάτος δημιουργία και συναισθήματα. Το χάδι. Εκείνο που δεν το βλέπουν οι άλλοι. Παρά μόνο οι εραστές. Και ίσως να το ψυχανεμίζονται και τ’ αγρίμια. Που είναι ξαπλωμένα και ξεκουράζονται μετά το κυνήγι στους κρυφούς λογισμούς των ποιητών. Ότι δεν αντέχει πολύ θα πεί ότι ποτέ δεν ήταν αλήθεια. Καμιά φορά αναζητάς τη σιωπή. Όταν το παράταιρο είναι υπερβολικά εκκωφαντικό. Και δεν σ’ αφήνει ν’ ακούσεις το φως που ανεβαίνει. Τότε η σκέψη γίνεται αναχωρητής. Σκαρφαλώνει στο απόκρημνο χάδι. Εκεί που δεν μπορεί να τη βρει κανείς εύκολα. Εκεί που μπορεί να γίνει της φωτιάς η γέννα.

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΑΓΡΑΦΟΥ


Υστερα μια ενηλικίωση γυμνή από φωνές. Αμίλητη μέσα στα φύλλα που παίζουν με το φως. Το πήρε απόφαση η μιλιά και έφυγε έφιππη. Πάνω στο μαύρο άτι της ομίχλης Και άφησε πίσω της μια παρατεταμένη καλοκαιρινή εφηβεία. Πονάει λίγο η αναχώρηση. Μα για λίγο. Μετά ξέρεις ότι τις γραμμές τις ορίζεις ο ίδιος. Σύμφωνα με την δικιά σου Αιωνία. Σύμφωνα με τη δικιά σου σιωπή. Γύρω τριγύρω, αδιάφορες παρουσίες.

Ο ήχος μιας απουσίας που έσβησε επιτέλους. Και σταμάτησε το αδιέξοδο να ρέει. Φάνηκε η θύρα η μυστική. Στα τείχη που φτιάχτηκαν για να κρατήσουν τους πειρατές. Τι γελοίο … Οι πειρατές είναι πάντα επί τα εντός. Ευτυχώς. Το βλέμμα στρέφεται στο τεχνητό φρέαρ της αυταπάτης που έχει στερέψει. Και στη θέση του αναβλύζει το παρόν. Μια πηγή που ρέει μέσα από το στόμα σαράντα λεόντων. Μαρμάρινων. Δροσερών. Θυμίζοντας τα σαράντα κύματα της αρχής του θέρους. Που τα μέτρησες και τα έβαλες σε μια διάφανη φιάλη. Και τη πήρες μαζί σου φυλακτό στο δρόμο του Άγραφου. Εκει που οι πειρατές είναι επι τα εντός. Ευτυχώς.

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

Των Δρύδων το ψιθύρισμα στους Ερωντες της καταχνιάς

Και αν χαθούνε οι στιγμές στις σπίθες τ' ουρανού σου , θε να σε ψάξω στα βαθιά σκοτάδια του λυγμού σου. 'Κει απού εβρίσκονται συντρίμια- σκέψης πλώρες π ' ακροβατούνε στ ' άβυσσου τις βυθισμένες ώρες . Κι αν έσβυσαν οι ξαστεριές π ' αγρίμια τα μερεύουν, χαμένοι κόσμοι νοσταλγούν τους μύθους που κουρσεύουν. Κι είν  ' η σιωπη σα μακρινή , ηδονική αναπνιά σου, απλώχερα που έδωσες , φως μου , στη καταχνιά σου. Κι αυτή την ερωτεύτηκε της σιωπής τη μπόρα πήρε το αίμα τ ' ουρανού και βάφτηκε όλη τώρα.Και τα φτιασίδια του καημού λιώνουνε στο κορμί της και ξενυχτά και θολωσε ο νους κι η θυμησή της. Κι ο μαύρος της ο στεναγμός μοιάζει γυναίκας στήθος που μεθυσμένη ακροβατεί ' κει που αρχίζει ο μύθος.Κι οι Αμαζόνες τη ρωτούν πού κρύβει τα φτερά της κι οι ωκεανοί πλανεύονται στα μυθικά ιερά της . Υψώνει τώρα δυό κραυγές , μιά ηδονής , μιά νίκης , ποτέ δε θα ' θελες αυγή στο βλέμμα της ν ' ανήκεις.Για θα σου πάρει τ' άλικο το φλογερό σου γέλιο και θα το κάνει σκοτεινιά , του κεραυνού θεμέλιο. Κι εκειός θα γίνει μαχητής , άγγελος - στρατιώτης , που καβαλάρης θα ' ρχεται στο τέλος κάθε νιότης. Με το σπαθί και τ ' άτι του θε να τρυγά το νού σου , θε να σου δώσει σιωπή , αρχή του μισεμού σου. Και θα πλανεύει το θολό δάκρυ τ' ορίζοντά σου και θα το κάνει στεναγμό , πέλαγο στον οντά σου.Και θα κοιμάσαι τις αυγές θα ξαγρυπνάς τις νύχτες , θα λέγει σου η σιωπή , τις ξαστεριές σου πνίχτες. Και ' συ Δρύδων ψιθύρισμα θ ' ακούς στους στεναγμούς της κι οι έρωντες θε να γελούν στους ψεύτικους λυγμούς της.Κι οι ωκεανοί θα γινουνε παλιών βωμών το μύρο , θεές απου το έβαζαν στου όνειρου το γύρο. Και το κορμί τ ' ορίζοντα στης θαλασσας το σώμα , θε να χαθεί με μιά πνοή στης καταχνιάς το δώμα. Κι οι ασκιανοί θα ορέγονται τηςθύμησης τα κάλλη , ξαθέρια οι σκέψεις θα γινούν εις των ψυχών την πάλη. Και τότε ' συ με μια κραυγή θα πεις να σιωπάσουν , να μη μιλούν , του λογισμού τ ' αγρίμια να ησυχάσουν. Θανε φυσήξει δροσερός Βοριάς και θα χαθούνε της καταχνιάς οι έρωντες και θα λησμονηθούνε . Θα τρέξεις τότε απ ' των βυθών τ ' απάτητα χαράκια , στ ' όρη , στις ανεράιδες που ζούνε στα ρυάκια. Και θα χαθείς στ ' αγκάλες τους ηλιόφωτες  που είναι κι έχουν το χάδι τ ' αστεριών που θα σου λέει μείνε.Και ' συ θα μείνεις στης αυγής το μυρωμένο δώμα και θα ' ναι μόνο ανατολής της ζήσης σου το χρώμα. Κι ειναι το γέλιο της καρδιάς των χίλιων οριζόντων , το παίδεμα κι ο θάνατος των σκοτεινών αρχόντων.

Κυριακή 30 Αυγούστου 2015

ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΣΤΡΑΤΗΜΕΝΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ


Ένα σύννεφο- μαχαίρι, που σταλάζει τα δάκρυα ενός παραστρατημένου ονείρου. Μια άβυσσος, θάλασσα ακίνητη, μέσα σε μια επικίνδυνη γαλήνη. Κοφτερές λάμες, φωνές ξένες, που πληγώνουν την τόσο οικεία σιωπή. Μια απουσία που μυρίζει φρεσκοπλυμένη αυγή. Ένα νόημα που έχασε τον δρόμο προς τους εσωτερικούς ορίζοντες. Κι απόμειναν αυτοί μοναχοί, με τα γεράκια- αθιβολιές, να κυνηγούν. Γεμίζοντας το βλέμμα. Γεμίζοντας το όνειρο. Δείχνοντας τον δρόμο. Έχει μια διαύγεια η σιωπή. Ένας ορίζοντας που χάνεται πίσω από τους καπνούς της φωτιάς που καίει στη χωματερή των σκοταδιών. Και τα όρη να περιμένουν την ανάβαση. Κάποιος να σκοτώσει την αναμονή. Ν’ ανοίξουν φτερά αετήσια πάνω από την απουσία. Μακάρι να ερχόνταν μια καταιγίδα. Να πλυθούν τα όρη. Να βρεί το όνειρο το μονοπάτι. Πάνω από τα γκρέμνα, μέσα από τις χαράδρες του φθινοπωρινού θανάτου των φύλλων, των φόβων της εχθρικής γαλήνης. Το χάδι κρύφτηκε μέσα σε μια υπεκφυγή. Που ανέβαλε το φως. Που, παρ’ ότι η μέρα έχει ανέβει, το φως δεν έχει έρθει ακόμη. Παραστρατημένος έφηβος, το όνειρο περιπλανιέται, ψάχνει. Ανυπόμονα. Ο νους τρέχει. Κι αυτό αντιτίθεται στη βαλτωμένη γαλήνη του συνήθους. Και ξαφνικά, μέσα στη σκοτεινή μέρα, πυγολαμπίδες στήνουν το γλέντι των χα’ί’νιδων, οι δημιουργίες. Οι πολύχρωμες κόρες της ερήμου. Η αλήθεια θέλει να ειπωθεί. Να σκίσει τη γαληνεμένη σιωπή και να γίνει θύελλα στα ώτα μη ακουόντων. Τα μοίρασμα θέλει το ταίρι του. Μα ίσως, κάποιες φορές, για να ξυπνήσει το φως, πρέπει ο νους να είναι ασκητής, ντυμένος με τη λεοντή από το σκοτωμένο αγρίμι του φόβου. Που μιλά για τον θάνατο κάθε εξουσιαστικού ψήγματος πάνω στο βλέμμα της Αιωνίας. Που μιλά άφοβα για τη φωτιά που καίει. Κάθε δειλινό, βαφτίζει μέσα σε κρυστάλλινα νερά, τους νεοφώτιστους μαχητές. Αυτούς που έχουν φτερά στις πλάτες. Τους Άγγελους του παραστρατημένου ονείρου.

ΜΥΗΣΗ


Τατουάζ ανεξίτηλο στον μυστικό ομφαλό της γης, ο χρησμός της μεθυσμένης ιέρειας. Από τους καπνούς σπάνιων, μυστικών βοτάνων. Από τα ξόρκια των θεών και των δαιμόνων. Και η κρυφή της έκσταση, ιερογλυφικά, στους δρόμους των προοπτικών, που ταξιδεύουν σε ξεχασμένους θυμούς. Σε ξεχασμένους πόνους. Σε ξεχασμένους εφιάλτες. Που τους γιάτρεψε το άγγιγμα των πεσμένων πλατανόφυλλων δίπλα στην αρχέγονη πηγή. Κοντά στους αρχέγονους όρκους. Εκεί που μια κατανυκτική σιωπή, έχει τον βωμό της. Τον αρωματισμένο με αρχαία μύρα. Σαν κι αυτά που άλειψαν πεθαμένους θεούς, καθώς από το θνητό, περνούσαν , αυτοί, στο αθάνατο. Και ο χρησμός, πάντα ο ίδιος. Ανεξίτηλος και ακατανόητος από τους σοφούς. Μα τόσο κατανοητός από τον Έρωντα. Ως βότανο που πίνει το πεπερασμένο, για να γίνει άπειρο. Ως αρχαία λαλιά, που την μιλούν όσοι έμειναν αγρίμια. Όσοι αγαπούν τα γκρέμνα και τα όρη και τις αγριεμένες θάλασσες. Όσοι ζουν στο πέρας των οριζόντων. Που βλέπουν, μακρινά, κρυμμένα σύμπαντα, πέρα από τον χορό των χορδών. Ως βέβηλη εφηβική ζωγραφιά, πάνω σε αρχαία κάστρα. Που κατακρίνουν οι βολεμένοι. Μα που τη βλέπουν οι Δροσουλίτες και χαίρονται. Γιατί ξέρουν πως η σιωπή, συνεχίζει να γεννά πολεμιστές. Που θα έρχονται πάντα καβαλάρηδες. Κάθε αυγή. Κάθε που χαράζει. Πιστοί ‘’ τοις κείνων ρήμασι ‘’… Και κρυφογελούν οι Δροσουλίτες βλέποντάς τους. Γιατί ξέρουν ότι υπάρχουν ακόμα αυτοί που αποκρυπτογραφούν. Τον ανεξίτηλο χρησμό.  Που η μεθυσμένη ιέρεια συνεχίζει ακούραστα να ψιθυρίζει στο αυτί των νέων μαχητών. Ως αρχέγονη μύηση. Ως αρχέγονος όρκος. Στους βωμούς, τους κρυμμένους στις εσχατιές των εσωτερικών οριζόντων.

 

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2015

Ο ΑΜΑΝΕΣ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ


Ηχος αργόσυρτος από ‘’κανονάκι’’. Κι ο άνεμος να παίρνει τον ρυθμό και να τον τσακίζει στις χαραμάδες της ετοιμόρροπης πόρτας της ψυχής. Κι ένας αμανές να ανατριχιάζει το σεληνόφως και να κάνει το κύμα να φουσκώνει ριγώντας. Ένας αμανές που μιλά για κάστρα που τα στοίχειωσαν ανεκπλήρωτοι πόθοι και αγάπες, που έγιναν πετροχελίδονα. Και ύστερα κάποιος θέλει να πιεί τη σιωπή μονορούφι, μεθώντας με το δάκρυ. Το βουβό ουρλιαχτό μιας νύχτας χαμένης στις εποχές που μπερδεύτηκαν. Και η κραυγή του τροβαδούρου να ρωτά ‘’ τι θέλεις να σου τραγουδήσω σκέψη ; ‘’. Κι ένα καλοκαίρι που μοιάζει φθινόπωρο. Σαν ένα γελαστό πρόσωπο, που έχει το γέλιο για να κρύβει το δάκρυ. Μια σιωπή που ανάβει τσιγάρο και ο καπνός πνίγει τον λυγμό σου. Κι έπειτα, χρώματα. Κάτι ξεχασμένα φαντάσματα στους λαβυρίνθους του νου , φεύγουν. Ηρθε επιτέλους η ώρα τους. Ξαφνικά, ως δομινικοθεοτοκοπουλική έκρηξη, η ανάβαση. Ίπτασαι πάνω από το πέπλο του καπνού της σιωπής. Μια εκρηκτικά βουβή κραυγή. Ένα ξέσπασμα του φεγγαριού, που μένει αναποφάσιστο, για το αν θα πρέπει να δύσει. Και να σ’ αφήσει, με τη σιωπή και τη γυμνή σου σκέψη. Ο αμανές του φεγγαριού.

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2015

Η ΥΦΑΝΤΡΑ ΤΩΝ ΗΛΙΑΧΤΙΔΩΝ


Ο ορίζοντας έβαψε τα χέρια του με το αίμα αθώων κερασιών. Και η απεραντοσύνη, περνά κρατώντας στη τσάντα της τον ανθό του ‘Ερωντα. Που θα δώσει το χάδι στη σιωπή. Μια υφάντρα σιωπή. Που υφαίνει τις ηλιαχτίδες. Και φτιάχνει το πολύχρωμο πέπλο του ‘’ είναι’’. Τα νέφη πίνουν νωχελικά τη σπιτική λεμονάδα της αθιβολής. Εικόνες. Μορφές. Σχήματα. Κλήματα που μπλέχτηκαν χορεύοντας και έφτιαξαν τον ασκιανό. Για να  ξαποστάσει το φως. Μια βαλίτσα γεμάτη δρόμους. Διαδρομές του αγνώστου. Και ύστερα το απύθμενο πορφυρό βλέμμα. Πάνω στην πεθυμιά, σκοτώνονται οι ηλιαχτίδες. Πάνω στους ασκιανούς σκοτώνονται οι ηλιαχτίδες. Οι Υάκινθοι ανθίζουν στη πρώτη νιότη. Και ένα φεγγάρι- φέτα λεμονιού στο φωτεινό  βαθύ της αβύσσου. Και η σιωπή, συνεχίζει να υφαίνει τις ηλιαχτίδες. Και το υφάδι της, σκοτείνιασε τη σκέψη. Και ξαφνικά, τα νερά της πηγής της ομορφιάς, ξεχύθηκαν, σαν από αρτεσιανό φρέαρ. Δροσιά. Μέσα σ’ ένα καλοκαίρι  που όλο μετανιώνει και δεν έρχεται. Κι εμείς , στήσαμε σκηνή κάτω από το μακρύ πέπλο της Αφροδίτης. Και η Μέδουσα, έκρυψε το πρόσωπό της. Να μη μαρμαρώσει τις στιγμές. Κι η σιωπή έσκισε το υφάδι της. Και  τα νήματά του , οι ηλιαχτίδες, ξεχύθηκαν μέσα στο χάδι. Κι απόμεινε η υφάντρα σιωπή μέσα στο γέλιο- απόσταγμα του νοιαξίματος. Απόσταγμα του αγγίγματος. Δυνατό απόσταγμα που θα μεθύσει τις σκέψεις. Κι η υφάντρα σιωπή, άρχισε άλλο υφάδι ξανά. Πολύχρωμο. Κάτω από τους ασκιανούς και τις Ερινύες.

 

Τ' ΑΚΡΟΝΥΧΑ ΤΗΣ ΘΥΕΛΛΑΣ


Το κοφτερό ρύγχος του στεναγμού στο σπασμένο ακόντιο των ανέμων. Που φυσούν από όλες τις κατευθύνσεις της σιωπής. Που φέρνει μηνύματα από το βορρά. Που φέρνει μηνύματα από το νότο. Μια ανατολή- χαμένο κύμα στην άβυσσο. Κι ο χρόνος ανεβοκατεβάζει τα πλήκτρα, αργά, εκκωφαντικά σιωπηλός. Ο χρόνος, ανθός που μπουμπούκιασε, που έγινε καρπός. Που κοιμήθηκε στο λευκό για ν’ αναστηθεί στο άλικο. Φωνές ψιθυριστές, οι στιγμές, στο απυρόβλητο της σιωπής. Κι όμως, ξέρω τι νιώθεις. Μακρινή ακτή των ανέμων, σταγόνα καυτή που στέγνωσε στο μάγουλο. Δεν έχει άλλες σταγόνες η βροχή. Το βλέμμα του αγριμιού, αντικαταστάτης ηθοποιός, ενός αναχωρητή πρωταγωνιστή. Σ’ ένα θέατρο που το πήρε η ηχώ, που πλανεύτηκε από τα κάλλη της. Κι από τότε, τριγυρίζει ξυπόλητος μαχητής. Αναστενάρης στ’ αναμμένα κάρβουνα του είναι. Σκισμένο χαρτί σε χιλιάδες κομμάτια η αθιβολή. Οι αναμνήσεις, όσο τις σκίζεις, τόσο πολλαπλασιάζονται. Κάθε κομμάτι, γεννά άλλα. Να περπατήσεις στη φωτιά. Πείθοντας το ‘’ είναι ‘’ των Ερώντων. Πείθοντας το ‘’ είναι’’ του πορφυρού. Πείθοντας το ‘’ είναι’’ του γαλάζιου, που σε κοιτάζει με το αδυσώπητο βλέμμα της γαλήνης. Γαλήνη; Ενώ οι καιροί είναι σε διάταξη μάχης; Ναι. Ο μέγας ταξιάρχης ανοίγει τα φτερά του. Και ‘συ πιάνεσαι από τ’ ακρόνυχα της θύελλας. Όχι για να τη δαμάσεις. Μα για το πέταγμα. Από τη μια σιωπή στην άλλη. Από τη μια άβυσσο στην άλλη.

Η απόσταση από την ελευθερία, είναι όσο μια κραυγή στ’ ακρόνυχα της θύελλας.

Κυριακή 7 Ιουνίου 2015

ΤΟ ΟΥΡΛΙΑΧΤΟ ΤΩΝ ΗΛΙΑΧΤΙΔΩΝ


Μοναχική λύρα, παίζει τη σιωπή στις χορδές της νύχτας. Ένας χορός της σκέψης με μεθυσμένα βήματα. Σαν σε επίκληση. Σαν σε κραυγή, βροντερά σιωπηλή. Που βγαίνει μέσα από την ομίχλη, καθώς κατεβαίνεις από τα όρη. Ένα κρύο φως στη γέννηση του ονείρου. Φρέσκο, σαν ανάσα από μέντα και θυμάρι, σ’ ένα τόσο δα σημάδι, μιας πληρότητας που  ξεχειλίζει από άγριες στεριές, από άγριες θάλασσες. Είναι τόσο ήρεμη η θύελλα. Κι όμως, ένας διαφυγόν πόνος, ως ηχώ στην άβυσσο, μια θύμηση που σκοτώνεται, καθώς η φωτεινή θεά της νύχτας, ανατέλλει. Κι ένα ψεύτικο πορφυρό, σαν από βυζαντινή δολοπλοκία, σου κεντά το βλέμμα. Ένας πόνος στο βλέμμα και το νερό της σιωπής τρέχει, πάνω στις ρυτίδες σκληροτράχηλου πολεμιστή. Που ντρέπεται για’ αυτό. Ύστερα, η φωνή ενός ανδρόγυνου Πάνα, να παίζει τον αυλό της φωτιάς. Και σπίθες πολλές, ως εκλάμψεις εικόνων, που θα’ ρθουν όταν θα φύγεις. Κι ένα ‘’σ’αγαπώ’’ που μπαίνει από τις γρίλιες της ύπαρξης. Και σκοτώνει την ανυπαρξία. Η σιωπή στο ουρλιαχτό των ηλιαχτίδων. Καθώς οι καιροί στροβιλίζονται στις ψυχές, στις ατελεύτητες διαδρομές. Εκστατικός πολεμικός χορός γεμάτος Έρωντα και αψηφισιά στον Αχέροντα. Η ομορφιά, του να ξεκινάς, χωρίς να ξέρεις για πού και τι θα συναντήσεις. Σεληνιασμένη ηχώ, η σιωπή σε μιαν ατέρμονη επανάληψη, τόσο διαφορετική. Κάθε φορά που ακούς το ουρλιαχτό των ηλιαχτίδων.

Σάββατο 6 Ιουνίου 2015

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΕΑΡ


Το χνούδι του μεσημεριού πλέει στο φως ενός ανυπόμονου καλοκαιριού. Που αναζητά τους ορίζοντες. Ένα κομπολόι από  σκέψεις, μετράνε τις ευχές του είναι. Ώρες που ακροβατούν. Γαλήνη που ακροβατεί στο απύθμενο του νου. Και ύστερα οι αρχαίοι απορούν. Πως το καινούργιο επιμένει να ξανάρχεται σα παλιός γνώριμος. Σκαρφαλώνεις στους μύθους όταν δεν έχεις που αλλού να περπατήσεις. Σκαρφαλώνεις στο ‘’είναι’’ όταν έχουν χαθεί οι σέρτικοι καπνοί του ‘’ μη είναι’’. Πρόσφορο στη χαρά, το άγγιγμα. Το μοίρασμα έστω και ενός ψίχουλου καθημερινότητας είναι η γέννηση του ονείρου. Η γέννηση είναι από μόνη της εκπλήρωση. Ενός ‘’όλου’’  που μοιράστηκε στα επιμέρους τμήματά του και δόθηκε στη ψυχή. Το πέρας του απείρου. Το πέρας του δρόμου. Το δέλεαρ του Έρωντα στο καταμεσήμερο της σιωπής. Που φλυαρεί. Και ένα θρόισμα της ύπαρξης, να το χα’ι’δεύει. Τατουάζ ανεξίτηλο στον ώμο της νύχτας, το φως. Το μειδίαμα ενός πόνου που χάνεται στην ηδυπαθή αγκαλιά του γαλάζιου, στο χάδι του Άνεμου. Τα βήματα συντονίζονται με τους χτύπους της καρδιάς του φωτός. Που ακροβατεί στο μυστικό Έαρ. Που δεν θέλεις κανείς να μάθει ότι είναι δικό σου. Ότι αναδύθηκες από τις αβύσσους και περιπλανιέσαι. Στις ευχές σου. Που φοβόσουν να τις επικαλεστείς. Όταν ήσουν στο βαθύ άλικο. Που χάνονταν στο γαλάζιο. Που χάνονταν μέσα στην λαμπρότητα ενός νιογέννητου κβάζαρ. Τόσο φωτεινού, όσο το τέλος, πριν σβήσει. Κι απομείνει μόνο η σκοτεινή αδερφή του φωτός. Η νύχτα που περιπλανιέται κάτι νιογέννητα καλοκαίρια. Αναζητώντας τους θεούς. Αναζητώντας τους δαίμονες. Αναζητώντας την ευχή. Βλέμμα που σκοτώνεται στα πέρατα. Βλέμμα που σκοτώνεται, για να δεις καλύτερα. Κι η σιωπή ακροβατεί στο ηδύ και στο ατελεύτητο. Μια έφηβη σιωπή που ερωτεύεται τις θύελλες. Που βγαίνουν στο χαμόγελο των αβύσσων. Στους ναούς που βρίσκονται σε χέρια βαρβαρικά. Κάθε που νυχτώνει. Κάθε που χάνεσαι. Στο δικό σου μυστικό Έαρ.

 

 

Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΛΥΚΟΦΩΤΟΣ


Ένας ρυθμός που επαναλαμβάνεται. Και ξαφνικά μια φλόγα που χορεύει στο απρόσμενο. Ιέρεια που ενώνει τα σύμπαντα, μέσα σε μια φούχτα βότανα από το ρυάκι. Νερό που γαργαλάει το λαιμό της αβύσσου. Κι αυτή γελάει και μπαίνει στο χορό. Χέρια υψωμένα σ’ έναν σκληρό ύμνο, ωε επίκληση στην ελευθερία. Μια ατέρμονη διαδοχή των ανέμων, πάνω σ’ ένα μπερδεμένο ανεμολόγιο, που δε μπορεί να πει ποια είναι η κατεύθυνσή τους. Ένας χορός της νύχτας, με τους μοναχικούς καπνούς και της αυγής, με τον αχνό της αθιβολής. Κι ένα τραγούδι σα κλάμα, σα γέλιο, σα γιορτή.

Μια λιτανεία από τις Θεσμοφοριάζουσες, που ξέφυγε από το σκονισμένο προκαθορισμένο και πορεύεται χαρούμενα προς το ακαθόριστο.

Ο Πάνας, γελά περιπαιχτικά στον καφέ του λυκόφωτος. Και του προσφέρει, το αίμα του γλεντιού, που μόλις ανάβλυσε, από τα γυμνά πόδια της μοναχικής σκέψης. Μα, ατό προτιμά να μην πέσει στην ψεύτικη έκσταση. Του φτάνει το τραγούδι της σιωπής, της ντυμένης με τους χιλιάδες ήχους του αιώνιου ‘’τώρα’’.

Χέρια υψωμένα, σαν σε επίκληση στο ‘’τώρα’’, προς όλες τις  κατευθύνσεις κινούμενα, σα τα πρωίμως ξερά φύλλα, που προαναγγέλλουν ένα καλοκαίρι που αργεί, μα , που λές πως μόλις πέρασε κι ας μην έχει έρθει ακόμη.

Όλες οι αισθήσεις ένας χορός. Όλα τα αόρατα ένας χορός. Όλες οι σταγόνες της θύμησης ένας χορός. Ένα λυκόφως που χάνεται χορεύοντας. Μέσα στην αγάπη είναι όλα παρόντα. Σα σφουγγάρι που έπιασε ο δύτης της ψυχής και έσβησε την απουσία, από τον μαυροπίνακα της αμφιθυμικής νύχτας. Στην αγάπη είναι όλα παρόντα. Σα πολυφωνικό τραγούδι, που το έκλεψαν βαρβαρικές φωνές, μα αυτό αντιστέκεται σαν την ηχώ στους ανέμους. Στην αγάπη είναι όλα παρόντα. Χορός ρυθμικά γρήγορος, όπως το ερωτικό χτυποκάρδι την ώρα της εκστασης.

 

ΤΟ ''ΕΙΝΑΙ'' ΤΩΝ ΕΥΧΩΝ


Κλαδιά- χέρια, υψωμένη κραυγή. Κι ένα φως διστακτικό στο πρώτο χάδι. Χέρια- ηλιαχτίδες, που κινούνται ρυθμικά, σα κύμα σταριού, στο θέρος. Χέρια- θυμιάματα, που μοσχοβολάνε παρουσία. Κι ο Έρωντας, ξαπλωμένος στον ορίζοντα, σαν θεός σε ανάκλιντρο, που περιμένει την αμβροσία της στιγμής.

Το αύριο έγινε τώρα. Ένα ‘’τώρα’’ ολόφωτο. Χορευτής σε έκσταση, που αμφισβητεί τους κανόνες τους γήινους και για μια στιγμή- όσο ένα φιλί, ανάσα στην άβυσσο, γίνεται θεός και δαίμονας.

Πευκοβελόνες οι ώρες, κινούνται στο ρυθμό του ανέμου της Άνοιξης. Βροχή από ανθούς που γεννήθηκαν μέσα στην έκρηξη της αυγής. Μέσα στην έκρηξη της κραυγής. Και μετά γαλήνη. Τα γυαλιά ακουμπισμένα στο άπειρο. Και το βλέμμα, γυμνό, βλέπει με την ψυχή, όχι με τα μάτια. Και βλέπει καθαρά μέσα στο αιώνιο Έαρ.

Χέρια που υψώνονται στο θυσιαστήριο. Το χορταριασμένο από τους αιώνες του ‘’είναι’’ των ευχών. Θυσιάζεις κάτι δικό σου για να σου επιστρέψει με την εκπλήρωση της ευχής.

Το αίμα, -δειλινό και αυγή – ρέει στα χέρια του μύστη. Που είναι τόσο αρχαίος, όσο ο Έρωντας. Ο πρώτος δαίμονας, ο πρώτος θεός, το αιώνιο άγγιγμα της γαλήνης. Και το φως- δυό σπουργίτια στο βλέφαρο της ψυχής. Σε μια εναιώρηση της  σκέψης. Σε μια  εναιώρηση του άπιαστου. Που απέχει μια ανάσα από το άγγιγμα.  Όσο να τεντώσεις τις ευχές σου, στο τόξο του Οδυσσέα. Στο τόξο της περιπλάνησης στην ομορφιά.

Δύναμη μεγάλη θέλει η ομορφιά για να βρείς βλέμμα  να τη δείς. Ως μια έκρηξη στη παρουσία. Ως μια έκρηξη στη γαλήνη. Το κρυφό ‘’είναι’’ των ευχών.

 

Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

Ο ΡΥΘΜΙΚΟΣ ΧΤΥΠΟΣ ΤΟΥ '' ΕΥ ''




 

Τα μακριά μαλλιά του γιού του Ήλιου πεσμένο πλατανόφυλλο στο βλέμμα. Ήχοι-σύντροφοι στο ψιθύρισμα. Και μια απεραντοσύνη που κοιμάται νωχελικά μέσα στο Έαρ.

Ύστερα ο χρόνος μοιάζει μακρινός, όσο πιο κοντά είναι η παρουσία. Το εφικτό, μια σταλιά όνειρο, που πραγματώθηκε στο μειδίαμα του σήμερα. Και οι στιγμές, έχουν στήσει χορό πάνω στα φεγγάρια των ανυπόμονων καιρών. Πάνω στα στήθη της γήινης σκέψης.

Σκοπός που συντονίζει τον ρυθμό του με τον χτύπο του ‘’Ευ’’. Κι είναι αυτή η επανάληψη του αναπάντεχου μια ενδελεχής ευχή- χειροπιαστή οπτασία. Χαμόγελο στο καταμεσήμερο. Και ο Αίωλος να χα’ι’δεύει τους καταρράκτες των Αγγέλων. Που για μια στιγμή άνοιξαν τις θύρες για ν’ ανασάνει η θύελλα. Η κλεισμένη στη σκέψη. Και ευθύς, η στιγμή έγινε ανθός στο αυτί μιας τσιγγάνας πιθανότητας. Κατάλευκη Άνοιξη στα μαύρα μαλλιά του σήμερα. Νομίζεις πως έχουν γίνει όλα και ξαφνικά όλα είναι Άνεμος, που καπνίζει αρειμανίως πάνω στο τώρα. Και καθαρίζει το φως από τις ερήμους του ‘’άνευ λόγου και αιτίας’’.

Μέσα στο σήμερα, σπουργίτια οι στιγμές που θυμίζουν το άγγιγμα. Εκείνο το απρόσμενο, που έρχεται όταν τίποτα πια δεν περιμένεις να ‘ ρθει. Παιδί που ζητά απ’ το φως να του πετάξει ένα γιασεμί. Και σαν αντάλλαγμα, δίνει ένα χαμόγελο στο νου που περιπλανιέται στα παλάτια του Μινώταυρου.

Μέσα στο δισάκι της, η στιγμή, έχει πιο πολλά απ’ ότι νομίζεις.

 

 

 

 

Πέμπτη 14 Μαΐου 2015

Η ΕΝΑΤΗ ΩΡΑ




Επτά ήλιοι. Επτά τρομπέτες. Επτά ευχές. Το μυθικό, ως αντανάκλαση μέσα στην εικόνα. Ποιο ξόρκι θα ψιθυρίσουν σήμερα οι άνεμοι. Το δάκρυ της άνοιξης στο πρώτο αντάμωμα. Οι μυρωδιές της αυγής στο πρώτο αντάμωμα. Οι ήχοι της σκέψης στο πρώτο αντάμωμα. Οι θεοί σιωπούν στο πρώτο αντάμωμα. Και ύστερα, η καταπόντησις της Ατλαντίδας. Η καταπόντησις του ασφαλούς μέσα στη γαλήνη. Όταν η ατέλειωτη διαδρομή, καλεί το άγνωστο ‘’είναι’’. Όταν το κάλεσμα του Υάκινθου διακόπτει τη σιωπή, με μια υποβόσκουσα σιωπή, που θα οδηγήσει στην επανάσταση των βημάτων που θα μορφοποιήσουν τον  ρυθμό.

Και ο ήχος θα γίνει γραπτός λόγος πάνω στον πάπυρο.

…Η μέρα περνά γρήγορα μέσα στην απουσία που δηλώνει παρούσα. Μια επίκληση στο φως να επανέλθει. Αρχαίος θεός που δίνει λύση στο δάκρυ, ως εύρημα του Ευριπίδη, που θα το σαρκάσει ένα Αριστοφανικό γέλιο.

Πάνω από τα νέφη, στις απάτητες κορφές της επιθυμίας, είναι ο βωμός ο αφιέρωμένος στο άγνωστο. Αυτό που θα ‘ θελες να ξέρεις, μα που ταυτρόχρονα εύχεσαι ν’ αργήσεις να γνωρίσεις. Για να κρατήσει πολύ καιρό το ταξίδι.

Επισκέπτης σε ξένη γη, που ανακαλύπτεις ότι δεν είναι και τόσο ξένη. Μπορείς να πας μακριά ακολουθώντας τις ρίζες σου.

Επτά ήλιοι. Επτά τρομπέτες. Επτά ευχές.

Λίγο πριν την Ενάτη ‘Ωρα.

Τότε που οι θεοί θα σιωπήσουν. Τότε που οι ‘Αγγελοι θα κλείσουν τα φτερά τους. Τότε που θ’ αφουγκραστείς το όνειρο. Τότε που το αιώνιο θα γίνει θνητή θυσία, για να μορφοποιηθεί σε ατέρμονο Έαρ. Το ηδύ που θα νικήσει.

Στο τέλος γίνεται πάντα ότι εύχεσαι.

Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

ΤΟ ΤΣΑΛΑΚΩΜΕΝΟ ΛΥΚΟΦΩΣ


Τσαλακωμένο χαρτί η στιγμή, πεταμένο σε μιάν άκρη του λυκόφωτος. Από τις ρωγμές της σκέψης αναδύονται Μαινάδες και Σειληνοί, ακόλουθοι ενός βακχικού φωτός που σιγοκαίει στο απέραντο. Και ο ερχομός του Ωρίωνα προμηνύει το κυνήγι του πόθου. Υστερα μια ομιχλώδης σιωπή. Και ένα αδέκαστο φως που γδύνει το εντός.

Κατάλευκο άτι με φτερούγες αρχάγγελου. Και στο μέτωπό του ανάγλυφη, γυμνή θεά, η Αυγή, στο πρώτο της σκίρτημα. Πέρα μακριά στην αρχή του ορίζοντα, η κραυγή. Αρχαίος πολεμιστής, με σώμα από σταφύλι, στεφανωμένος με τα φύλλα της υποχθόνιας θεάς, που ήρθε η ώρα να συναντήσει τη Γαία- Μητέρα. Στο πρώτο άγγιγμά της ο Έρωντας που ρίχνει τα τείχη. Τα δώδεκα τείχη της σιωπής, σε ένα ατελεύτητο Έαρ. Ατίθασο λευκό κύμα τα μαλλιά της πηγής που φυλά καλά τα μυστικά της ατέρμονης εναιώρησης του ‘’ευ’’. Το σπάσιμο του κύκλου σε χιλιάδες αστερισμούς-ήρωες των μύθων της πεθυμιάς.

‘Αργησαν να ‘ρθουν  φέτος τα χελιδόνια. Ο εσωτερικός χρόνος τρέχει γρηγορότερα από την εναλλαγή στο άρμα του ‘Ηλιου. Φαέθοντας που δεν στάθηκε άξιος της εμπιστοσύνης του άπιαστου. Το χαμόγελο της Κυπρίδας στο φωτεινό ‘Εαρ. Μερικές φορές η ευχή είναι ένα τσαλακωμένο λυκόφως.

 

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2015

ΧΑΙΡΕ ΤΗΣ ΕΝΤΡΟΠΙΑΣ ΤΟ ΦΩΣ...


Χαίρε οι ριπές του ανέμου. Χαίρε της καταιγίδας το κάλεσμα. Χαίρε ακατέργαστου ερωτικού χυμού το ασίγαστο μένος. Χαίρε εφήβου η επανάσταση.

Χαίρε του αγριμιού το κυνήγι. Χαίρε του λυκόφωτος το συνωμοτικό νεύμα. Χαίρε της αυγής η έκρηξη. Χαίρε η ασίγαστη τρυφερότητα του τώρα. Χαίρε του ηφαιστείου ο πανάρχαιος βρυχηθμός.

Χαίρε η αγρυπνιά του χα’ί’νη. Χαίρε απάτητη κορφή των ονείρων. Χαίρε η αιώνια φωτιά που κατακαίει το είναι.

Χαίρε των χαμένων θεών ο χρησμός. Χαίρε της ζωής το παιχνίδισμα. Χαίρε κραυγή πολεμική που αλώνεις τα τείχη.

Χαίρε η κραταιά Ανοιξη.

Χαίρε η ανοιχτή πληγή που σκοτώνει τη λήθη. Χαίρε της λύκαινας το ματωμένο βλέμμα.

Χαίρε του πρώτου ανθού το μειδίαμα. Χαίρε η καταπόντιση του ερέβους. Χαίρε το αντάμωμα των ψυχών. Χαίρε η κατακρήμνιση των ελών. Χαίρε η αγριεμένη θάλασσα των ευχών. Χαίρε το ξεβόλεμα του νου. Χαίρε τα συντρίμμια που έγιναν αρματωσιά. Χαίρε του χα’ι’νη η αψηφισιά.

Χαίρε αδάμαστο όνειρο.

Χαιρε του σκοταδιού το ψιθύρισμα. Χαίρε η βοή από τα δυνατά ζάλα που σκοτώνουν τη σκόνη. Χαίρε το αίμα που αναβλύζει στους βωμούς.

Χαίρε θύελλα αδερφή μου.

Χαίρε του καταρράκτη το ουράνιο τόξο. Χαίρε το πρώτο χνούδι της ματωμένης αυγής. Χαίρε πηγή αστείρευτη του λαού. Χαίρε δράκε πάνω σε αγιοργίτικο άτι. Χαίρε αρχάγγελε με τα μαύρα φτερά της λευτεριάς. Χαίρε της θύμησης η επανάσταση.

Χαίρε η έκρηξη.

Χαίρε το φως της εντροπίας. Χαίρε του χάους η δύναμη. Χαίρε οι αχαρτογράφητοι δρόμοι. Χαίρε το αιώνιο έαρ. Χαίρε της ψυχής το αρτεσιανό φρέαρ.

Χαίρε η έκρηξη του άλικου. Χαίρε αδάμαστη αυγή με τα ματωμένα πέταλα.

Χαίρε απόρθητε βράχε του είναι. Χαίρε νεράιδα του Πάνα. Χαίρε ‘Ερωτα- χερουβίμ του πόθου.

Χαίρε της εντροπίας το φως…  

 

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2015

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ


Θρύψαλα φωτός στο μεσονύχτι της καταιγίδας. Στάλες στο λιθόστρωτο της θύμησης. Ψιθύρισμα μιάς φλόγας κρυφής που ανάβει πάντα μετά την επίκληση του μύστη. Ζεσταίνοντας το παγωμένο βλέμμα των οριζόντων.

Και ύστερα το χάδι της ερήμου. Της χαραγμένης στο Νότο. Εκεί που τελειώνει η σπίθα του νου που περιπλανήθηκε πολύ. Πριν φτάσει στο εσώτερο ψιθύρισμα. Που γεννήθηκε στο γαλάζιο που συνεχίζεται στην οπτασία. Που θα υπάρχει μετά το τέλος του ονείρου.

Αρωμα από το ακοίμητο φως. Στη γαλήνη ξεχασμένων ναών. Μέσα στις οάσεις που θυμούνται τους μύθους.

Εξωτικός ανθός που ανοίγει τα πέταλά του στο πρώτο άγγιγμα. Και ύστερα το δάκρυ της αυγής. Καθώς η μέρα παίρνει την πρώτη ανάσα της. Ως νιόφερτη ψυχή στο κόκκινο κρασί του απέραντου. Ένα εκκωφαντικό ψιθύρισμα στις εσχατιές της σιωπής. Εκεί που υπάρχεις μόνο εσύ Αρχάγγελε της αιώνιας θύμησης. Εκεί που το σύμπαν κλείνει τον γόνα στην πρώτη έκρηξη. Στο σχηματισμό του αδιαφοροποίητου που επιτέλους παίρνει μορφή. Και ανασαίνει. Και χτυπά ρυθμικά η καρδιά του Αυγερινού. Ως γνώριμο κάλεσμα της άφιξης. Αυτού που περίμενε η στιγμή . Αυτού που περίμενε το θνητό. Αυτό που έστειλε το αθάνατο. Κρυφός κόσμος που δεν θα τον ανακαλύψουν ποτέ οι Ερινύες και οι Μέδουσες. Και που οι Εκατόνγχειρες δεν μπορούν να το αγγίξουν.

Μεγάλη που είναι η θύμηση κι ο πόνος πιο μεγάλος. Εκεί που η ύπαρξη είναι η στάχτη που θα πλύνει και θα λευκάνει το άμορφο σε μορφή. Την οπτασία σε πεπραγμένο. Το θνητό σε άπειρο. Ακου το ψιθύρισμα σου. Το παράταιρο τραγούδι για τους άλλους. Μα το τόσο ταιριαστό σε σένα. Όταν τίποτε άλλο δεν είναι δικό σου. Το τραγούδι της σιωπής. Στο τέλος του ατέρμονου.

ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ


Ότι νιώθεις, φλεγόμενοι ίσκιοι. Μια άλικη νιφάδα μέσα στο μαύρο, η λόγχη των καιρών στην πληγή του Νότου.

Τα τύμπανα του Πάνα δαιμονίζουν τις νεράιδες. Τις κρυμμένες στο νερό της σιωπής. Που ρέει φλεγόμενο  στις παρυφές του γκρίζου. Και που σκοτώνεται μέσα στο μακρινό γαλαξία της σκέψης. Είναι ένα κρύο δειλινό του Αχέροντα. Εκεί που το βλέμμα παύει να φλυαρεί και κοιτά το ουσιώδες. Μια αυγή αναποφάσιστη για το που θα στείλει το νόημά της. Όταν φυσούν από παντού τα παιδιά του Αίολου. Στα γκρεμνά της Αλήθειας τ’ αγρίμια λευτερώνονται. Στα γκρεμνά της σιωπής οι ίσκιοι λευτερώνονται. Στα γκρεμνά του σκοταδιού τα όνειρα γίνονται ασκητές που αψηφούν τους θνητούς νόμους. Και μιλούν με το φως που κρυφογελά μέσα από τις βαθιές ρυτίδες στο σκληροτράχηλο είναι. Το σκαμμένο από τους τοξοβόλους της Αθάνατης. Που πλέει μέσα στο νιογέννητο άλικο. Και σκοτώνει τη θύμηση. Για να γεννηθεί η πεθυμιά μέσα από το κέρας το γεμάτο από το νέκταρ της απεραντοσύνης.

Και ‘ συ ουρανέ αφουγκράσου.

Το άλικο στο λευκό, πληγή στο γαλάζιο.

Θυμήσου το όνειρο όταν ο Αυγερινός χαθεί και οι Πλειάδες θυσιαστούν στη νέγρα αδερφή της κόρης του ‘Ηλιου. Που έρχεται μαζί με τους αστερισμούς Εραστές της. Να σου θυμίσει το άρωμα της μάχης. Καθώς θα ηχούν τα τύμπανα του Πάνα και θα δαιμονίζουν τις νεράιδες.

Καθώς θα ηχούν τα τύμπανα του Πάνα και θα δαιμονίζουν τη βολεμένη καθημερινότητα. Και που θα καλούν το λευκό να γίνει άλικο. Κραυγή σιωπηλή η σκέψη, πάνω στους γαλάζιους μονόκερους των στιγμών. Τεντώσου ως τόξο του Οδυσσέα που οι μνηστήρες – ψευδαισθήσεις του είναι- δεν καταφέρνουν να τεντώσουν. Πέταξε σα βέλος ορειχάλκινο ακριβώς στο κέντρο του ορίζοντα. Μη φοβάσαι δεν θα πληγώσεις το φως. Γιατί θα έχεις γίνει ένα μαζί του. Το νερό της σιωπής έπαψε να φλυαρεί.

Καιρός ν’ ακούσεις.