Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

ΣΠΑΣΜΕΝΗ ΑΥΓΗ ή Η ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΑΝΑΣΑ


Ότι έχουμε , ότι είμαστε , μιάς σιγαλιάς σταγόνα , μία ευχή ψιθυριστή στων λογισμών το γόνα.

Οντε η ρυτίδα του θυμού , αμφιβολιάς σημάδι , θε να χαθεί , θε να σε βρώ , σ’ ενός καφέ το χάδι.

Θα γίνει φλόγα ο μισεμός κι ο πάγος θε να λιώσει , φιλί , τσιγάρου ρουφηξιά , που η σιωπή θα νιώσει.

Κι οι σκέψεις θε να φλυαρούν – κρυστάλινο ρυάκι , δρόμοι- Σειρήνες , σε καλούν , σπασμένη αυγή , το διάκι.

Μια πεθυμιά ακροβατεί σ’ ένα καπνό – χα’ι’νη κι είναι ο θυμός που καίγεται , γεύση γλυκιά αφήνει.

Κι ανοίγεις χίλιες αγκαλιές στ’ ορίζοντα τα πλάτη , ορθός στη ράχη στέκεσαι στου λογισμού το άτι. Και τρέχει αυτό στ’ αστερισμούς που έχεις σύντροφό σου , κρυφό σημάδι τ’ Ερωντα , στο κόρφο το δικό σου.

Και παίρνεις την απόφαση , λεύτερα να τ’ αφήσεις τ’ άνθη-πόθοι της σιωπής , τους φλόκους πια να λύσεις. Να ξεχυθούν στον άνεμο , μαλλιά –οι ωκεανοί σου , που ‘ ναι μακρά σα πεθυμιές , απλώσου , φως , κινήσου,

Κι ένα τραγούδι που ‘ ν παλιό, απ’ έφηβο παιγμένο είναι οι ρυτίδες π’ άλλαξαν , ξαθέρι μαγεμένο. Που λέγει σου , μη λησμονείς τσ’ ερήμους που διαβήκες , είναι αυτές που σου ‘ δωσαν τους δρόμους που ανήκες.

Κι ειν’ ιαχή ,του καθενός ,τα ζάλα που χτυπούνε κι ειν’ δυνατά και ρυθμικά , τη σκόνη τη διαλούνε.

Συντεταγμένα προχωρούν , με λάβαρο το βλέμμα , τ’ αυγερινού , που έκλεψες , απ’ των λυγμών το έρμα.

Κρυφό του νου ψιθύρισμα , σα ξεχασμένη ανάσα , δύτη , απου τον μάγεψαν , βυθού ψυχής , τα πάσα.

τα ξαθέρια των οριζόντων και τα παλιά λόγια των βράχων

Πτυχες του χρόνου οι θύμησες , του λογισμού ρυτίδες , πόσες εικόνες πέρασαν , βλέμα , ουρανού αχτίδες. Κι είν ' της ψυχής η συνεφιά σεντούκι κλειδωμένο , απού το φως δε το θωρρεί , καστέλι στοιχειωμένο. Ξερό κλαδί στον άνεμο , στης λησμονιάς τη σκόνη και είναι ο  νούς , π' ότι έπεσε , με δύναμη σηκώνει. Πέρα μακρά στην άκρη σου , βράχε μου , λογισμέ μου , εκεί που φτάνει η πεθυμιά τ' άγραφο τώρα ' πε μου. Και τραγουδεί η λησμονιά σειρήνα που μαγεύει , τωρα και χτες και αύριο , με τέχνη τα μπερδεύει. Μα έρχεται απ' τα ψηλά τα όρη σαν αδράχτι , του θυμαριού η μυρωδιά στης σκέψης σου το άχτι . Και τότε λευτερώνονται της θέλησης τ ' αγρίμια , ποδοπατούνε τα τραχιά του λογισμού συντρίμια. Κι οι ρίζες φανερώνονται, θεές με χίλια χέρια , πολεμιστές της έρημου , τ' ορίζοντα ξαθέρια. Εχουν κεφαλομάντηλο , λογια παλιά των βράχων , λογια αγάπης που ' γραψε , ο Ερωντας ο άρχων. Και λάβαρα έχουν της καρδιάς τις πεθυμιές  στα στήθια , δε ζούνε , δε βολεύονται , ποτε τους στη συνήθεια.Κι έχουνε στις αγκάλες τους , που ' ναι μαυροντυμένες , των αστεριών τα μυστικά , σκέψεις λησμονημένες. Κι ακροβατούν στις θύελες , βγαίνουνε απ'  τη πάχνη , είν ' δροσουλίτες της αυγής , τ ' όνειρο που τους ψάχνει.Μα κρύβονται στα πιό κρυφά απού ' χεις στη καρδιά σου , για να τους δείς , κοίτα μακρά , πέρ ' απ ' τα λογικά σου . Θυμίσου ότι ήξερες μικρό παιδί οντ ' ήσουν , απού μιλούσες στα θεριά χωρίς να σε φοβήσουν.

Σάββατο 23 Αυγούστου 2014

Το άλικο μπλε


Κάποτε οι σκιές θα χαθούν στο βλέμμα του λύκου. Είναι τότε που ένας χαμένος καπνός θα αναδυθεί. Στο άλικο μπλε. Ως άλμα αύρας που ξεσπά. Σε μιαν αέναη εναιώρηση στον ήχο της σκέψης.

Ένα ταξίδι της αυγής . Ένα ταξίδι του δειλινού .

Στο λυκόφως των ήχων πεθαίνουν οι σκιές .

Μη πεις ποτέ ψέματα στις σκιές σου .

Οι σκιές είσαι εσύ όπως σε βλέπει το φως .

Κύκλοι που έγιναν κυματισμός και ξύπνησαν πριν τα πουλιά.

Κάποτε θα δούμε τις κερασιές , πριν το άρμα του Φαέθοντα γίνει βέβηλη πεθυμιά .

Θα είμαστε μόνο τα φτερά , χωρίς τον έκπτωτο άγγελό τους .

Ως άγραφοι δρόμοι της σιωπής.

Μη πεις ποτέ ξανά ψέματα στις σκιές μου ..

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

ΤΟ ΖΑΛΙΣΜΕΝΟ ΠΕΤΑΓΜΑ


Μαβιά σκιά- αστερισμός , σπίθα κρυφού ονείρου , καυτή ανάσα ξεψυχά στον ‘Ερωντα τ’ απείρου .

Λιώνει το φως στα βλέμματα , στ’ αγγίγματα , στις ήττες , μια ηδονή π’αναζητά πηγών αρχαίων κοίτες.

Και μια μιλιά ψιθυριστή , σα βογγητό του ‘Αδη , κόρη της Γης π’ αντάμωσε  , σ’ ένα χαμένο χάδι.

‘Ένα ιδρωμένο ‘’ σ’ αγαπώ ‘’ στο γύρισμα του θέρους , ένα , της νύχτας άγγιγμα , στου πιο κρυφού της μέρους.

Κι είναι μελάνι ο ουρανός  κι ειν’ η ψυχή εν άστρο και ένας κλέφτης ‘Ερωντας κουρσεύει σάρκας κάστρο.

Κρυφοπατεί η πεθυμιά μεσ’ σε μπαχάρια σκέψης, ότι είναι όλα εφήμερα , καλλιά να το πιστέψεις.

Κι ακροβατείς κι ακροβατώ κι η άβυσσος γελάει , σε τεντωμένη μια χορδή κι ο ‘Ερωντας τη σπάει.

Και πέφτουμε αιώνια , πολύ βαθιά εντός μας και ψάχνεις με και ψάχνω σε , μα νύχτωσε το φως μας.

Κι ειν’ οι βραδιές πάρα πολλές , οι ‘Ερωντες άλλοι τόσοι , είναι κρυφές λαβωματιές , των ηδονών η χρώση.

Είπα Ιθάκη δε ζητώ και γυρισμό δεν έχει , τσ’ αθιβολής το πέλαγο ο νους μου το αντέχει.

Δε θα’ ρθω , δε σ’ αναζητώ , θα ‘ ρθεις εσύ , το ξέρω , παίζεις πολύ με τη φωτιά , νερό δε θα σου φέρω.

Ανεμος , θα ‘ μαι , θύελλα , ως λέει τ’ όνομά μου , θε να σε κάψω κι ας καώ και ‘ γω και η καρδιά μου .

Κι είν ‘ πεταλούδα η πεθυμιά στο φως του δειλινού σου , το ζαλισμένο πέταγμα του πιο παλιού καημού σου.

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

ΜΑΥΡΗ ΦΤΕΡΟΥΓΑ ...


Μαύρη φτερούγα κείτονταν στο δρόμο σκονισμένη , σημάδι να ‘ ναι Ερωντα , καρδιά αητού χαμένη .

Κι ακόμα ήταν ανοιχτή κι αν κείτονταν πετούσε , άσμα παλιού πολεμιστή , νεράιδα που ξεχνούσε.

Κι ήταν η σκόνη , σκέψη ντου κι ήταν ο δρόμος μάχη , ειν’ ουρανός που ξέπεσε , δίχως αστέρια να ‘χει.

Κι όμως της νύχτας τα θεριά , του ‘Ερωντα τ’ αγρίμια , σεβάστηκαν το πέταγμα , που ήταν πια συντρίμια.

Και κάπου-κάπου μιαν ευχή κάποια γριά – Αφροδίτη , λέει για να ‘ χει συντροφιά στου στεναγμού τη κοίτη.

Και παλικάρια σα περνούν , πίνοντας , τραγουδώντας , δίνουν κρασί ωσάν σπονδή , τον ‘Αδη αψηφώντας.

Και ‘ γω διαβάτης που γυρνώ μαζί με τσ’ ασκιανούς μου , θωρώ τη και δωρίζω τη , στους θρήνους τους δικούς μου.

Και μια βραδιά καλοκαιριού , μια νύχτα φλογισμένη , θωρώ σπασμένο πέταγμα , να’ ναι η ψυχή ζωσμένη.

Μαύρη φτερούγα μοναχή , φορά μαύρα στοιβάνια κι αν είναι μια , δε σκιάζεται , πετάει στα ουράνια.

Και είδε όλα τα πέλαγα , τους ‘Ερωντες ,τα πάθη, που έζησα όπως κι αυτή και τώρα ο νους μου πλάθει.

Και τη  γροικώ να μου γελά κάθε του λύκου ώρα , πριχού η μέρα να χαθεί κι η νύχτα να ‘ ρθει τώρα.

‘Κειός που πονεί κι ανε πονεί , πολλά μακρά πετάει και για καρδιά έχει πληγή απού τον ξεδιψάει.

 

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

η ρωγμή των σκιών...


Πέρα από τους κρεμαστούς κήπους της Βαβυλώνας , πέρα από το φως των φάρων του αρχιπελάγους , πέρα από τα σπήλια των αγριμιών , στη ρωγμή των σκιών , κοιμάται η αγάπη μου . Εκεί που πεθαίνει ο χρόνος , που ανασταίνεται το ατέρμονο , κοιμάται η αγάπη μου . Πληγή των οριζόντων η κραυγή του πόθου. Η κραυγή της αυγής στη πρώτη ανάσα της , όταν γεννιέται. Η σχισμή του ανεκπλήρωτου είναι η πραγμάτωση . Επρεπε να χαθείς πρώτα στα όνειρα για να βρεθείς στην εκπλήρωση τους . Η αρχή είναι η στιγμή που είσαι έτοιμος να τραβήξεις τα πέπλα της ομίχλης .Ματώνει το άπειρο στην αρχή , ματώνει και στο τέλος του κύκλου του αδυσώπητου φωτός  ,στις πολυσύχναστες ερήμους των καραβανιών των ταξιδευτών , στα ορατά και τα αόρατα. .

το τέλος του απείρου

Η Φλόγα σκοτώνει τη δροσοσταλίδα . Και ύστερα μέσα από την πάχνη των λογισμών , ξημερώνει το άλικο. Πέρα από το μονοπάτι, κρύβονται τα ελαφίσια μάτια της πεθυμιάς . Πέρα από τους αστερισμούς , η κρυφή μουσική . Αν την ψηλαφίσεις , θα πει ότι έμαθες , … λέει το σκοτάδι στο φώς . Ζεστή σκέψη , αυτήπου τελικά αποδέχτηκε αυτό που αρνιόνταν , μα ήταν δικό της .Ενα γέλιο ξυπνά τη σιωπή . Και μέσα από το όνειρο , βγαίνουν , μεγαλοπρεπή , τα όρη της αυτογνωσίας . Το άπειρο τελειώνει όταν το κάνεις δικό σου . Όταν γίνεσαι ένα με αυτό. Η στιγμή είναι τότε που θα γεννηθεί το αληθινό . Αυτό που πάνατα υπήρχε αλλά περιμενε να το δεχτείς για να γεννηθεί . Μια σταγόνα που φλέγεται ξεφεύγοντας από την άβυσσο. Η άκρη είναι η αρχή. Η άκρη είναι το τέλος . Η σκοτεινή θεά των οριζόντων ράβει με τα μεταξωτά της δάκρυα . Ειπες ‘’είμαι εγώ ‘’ και το άπειρο κουλουριάστηκε στο ‘’εντός ‘’. Τώρα γίνατε φίλοι . Αγρίμι βρεγμένο που δεν αποχωρίζεται τα όρη για την εφήμερη ζεστασιά. Αναχωριτής της αυγής , άγγελος έκπτωτος , που τελικά βρήκε το δρόμο του , ο άνεμος.Ψιθυρίζει σε ένα πέλαγο αλαβάστρινα μαλλιά. Κι αυτά κυματίζουν , έρωντες πειραχτήρια. Εχει μια μουσική η σιωπή . Ξεχωριστή για τον καθένα . Εχει μια μυρωδιά η σιωπή . Ξεχωριστή για τον καθένα. Κοιμάται το σκοτάδιστα σεντόνια του φωτός , όταν αυτό λείπει . Του αρέσει . Νιώθει την αύρα του . Κι ας λείπει . Είναι εκει . Δικό  του . Περα από το συμβατικό . Το πεπερασμένο . Το άπειρο τέλειωσε . Εγινε δικό του . Γελάνε οι Δράκοι πισω από τα φλιγισμένα μουστακια τους . Τους αρέσει που οι νεότεροι μαθαίνουν . Γι αυτό ρίχνουν ένα τρυφερό , κρυφό χαμόγελο αποδοχής. Το μοίρασμα του μυστικού είναι αυτό που έχει σημασία. Το μοίρασμα . Όχι το μυστικό. Είναι δυσκολο να τα ξεχωρίσεις.Πρεπει πρωτα να πονέσεις μόνος για να δεχτείς το μοίρασμα. Το μυστικό δεν εχει και τόση σημασία. Είναι δικό σου και του άλλου , αυτό έχει σημασία . Να γίνετε η κρυφή ομάδα του ονείρου που συνωμοτεί γελόντας στους Ερωντες. Κι αυτοί κανουν πως δεν ξέρουν και στριφογυρίζουν αδιαφορα , με τα χέρια στις τσέπες τ’ ουρανού . Για να του κλέψουν την ανάσα και να την κάνουν το φιλί των πρωτων Εραστών. Να σπάσουν τους μύθους , σα ρόδι- αίμα , στους τοίχους των κάστρων που δεν έχουν λόγο να υπάρχουν. Γιατί η Ανοιξη άλωσε τις μοναχικές πολεμίστρες τους . Γιατι βρέθηκαν επιτέλους , στα ίδια σεντόνια ρου ‘’ εγώ’’ , το φως και το σκοτάδι . Σε ένα αιώνιο δώσιμο . Είναι το τέλος του απείρου . Ανάσα του δειλινού , καπνισμένη από τις καμινάδες της σκέψης . Δημιουργία . Αρωμα από το ιδρωμένο κορμί της Αυγής , η μυρωδιά της γέννησης του Εντός .Πεθυμιά που κρυβει το γέλιο της μη και το ματιάσουν τα μουχλιασμένα ‘’ πρέπει’’ . Βαθύ άλικο , ο θάνα τος του Αδη . Το άπειρο τελειώνει όταν γίνει δικό σου .

εις το δηινεκές ...

...Το αδυσώπητο άρωμα του γιασεμιού της ερήμου στις σχισμές των οριζόντων της θύμησης . Στις εσχατιές του αρχιπελάγους της μνήμης. Η λόγχη του βλέματος της γνώσης που αιωρήται στο απέραντο του μύθου. Χίλιες στιγμές είναι μόνο ένα ανοιγόκλειμα των βλεφάρων του ατέρμονου. Κάθε έρημος έχει  ένα γιασεμί , που στο πείσμα της , ανθίζει. Σε ενα οξύμορο σχήμα. Αντισυμβατικό , κεντρίζει τα νωχελικά απογεύματα του νού και των αισθήσεων. Πάνω στα όρη , τα συντρίμια των παλιών θεών ανατριχιάζουν. Σημάδι παλιάς πληγής που έγινε στολίδι στο σώμα των αστερισμών. Αφουγκράσου τον ήχο της σκέψης στη σιωπή του λυκόφωτος. Μπαχάρια απο μακρυνές ακτές οι θύμησες . Απο ' κει , που έρχονται οι Δροσουλίτες , στο χάραμα κάθε άνοιξης , δίνοντας ακούραστα τη μάχη τους , εις το διηνεκές . Τιμωρώντας τους εφιάλτες που πληγώνουν το σκοτάδι . Σκιές που γεννιούνται στο πρώτο φως . Γιατι είναι η μοίρα του φωτός να γεννά τις σκιές . Ισως για να συνυπαρχει με το σκοτάδι σε έναν Ερωντα που γεννιέται κάθε αυγή και κάθε δειλινό , στις ρίμες κρυμένων ποιητών στην αρχέγονη μνήμη .Θυμήσου αυτο που πάντα ήξερες όταν πρωτόρθες απο την αιωνιότητα , παιδί όντας , έχοντας πρόσφατη τη θύμηση του σύμπαντος. Τότε που τα ξωτικά έπαιζαν στο νύχι του δράκοντα . Τότε που η λήθη δεν είχε ρίξει τα ομιχλώδη πέπλα της . Αρχή και τέλος , ένα . Μόνο αρχή ... 

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2014

ΡΙΖΙΤΙΚΟ - ΛΑΦΟΝΗΣΙ ...


ΛΑΦΟΝΗΣΙ

(‘Επαινος στον Πανκρήτιο διαγωνισμό Ριζίτικου . Λαφονήσια 2014 . Σύλλογος Στιχουργών Ν. Χανίων. Δήμος Κισσάμου . Καστέλι Κισσάμου 13/8/2014 .  Αγροτικός Αύγουστος.)

Ρωτώ τσ’ αυγής τα χρώματα γιαντα’ ναι λαβωμένα , και μ’ απαντούνε πως θωρούν ψυχές στο Λαφονήσι .

Ψυχές απού γινήκανε σπίθες σε μάχης φλόγα και η κραυγή τους έβαψε τσ’ ακτές και τους ανέμους.

Κι ο Χάροντας εσκιάχτηκε σαν είδε δε ξεχνιέται η ανδειοσύνη κι η τιμή κι αν επεράσαν χρόνοι.

Και γίναν οι δροσοσταλιές , της χαραυγής το δάκρυ , αιμα-κρασί για να πλυθεί ο πόνος π’ αντικρίσαν.

Βαριά είναι η λευτεριά , βαρύς ο πόνος που’χει , θέλει τους νιούς να χάνονται στης μάχης το μετόχι.

Θέλει τις νιές να γίνονται του Χάροντα οι νύφες να μη τυχόν κι ατιμωθούν απ’ του εχθρού τα βέλη .

Κόκκινη άμμος-θύμηση , πληγή βαθιά στους χρόνους , οι μέλισσες τη τραγουδούν καθώς τσ’ εχθρούς νικούνε.

Θάλασσα μη πικραίνεσαι , αυγή να μη θρηνήσεις , γιατί οι ψυχές αλάφρωσαν , κάνανε τα που πρέπει.

Κι όμως τσ’ αυγής τα χρώματα , βαθιά ειν’ λαβωμένα …

 

Σάββατο 9 Αυγούστου 2014

ρωγμη

Για να αποκτήσεις ότι είσαι πρέπει να αρνηθείς ότι έχεις ...

Η ΑΙΡΕΤΙΚΗ ΠΥΞΙΔΑ ( ΟΙ ΞΕΝΕΣ ΑΓΚΑΛΙΕΣ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ)



Το αδιάκριτο φως του δρόμου έκρυβε τους αστερισμούς και λευτέρωνε τις σκιές. Έπιασε ένα βότσαλο από την ακροθαλασσιά της πεθυμιάς , το σημάδεψε και το έσπασε .


Τότε λευτερώθηκε η νύχτα , πιο γοητευτική από ποτέ. Οι σκιές χάθηκαν . Και η δικιά του σκιά χάθηκε επίσης . Στάθηκε και άκουσε τη σιωπή.


Κάποτε ο εαυτός κάνει πολύ θόρυβο και δεν ακούγεται η αγάπη .


Πρέπει να έχεις στροβιλιστεί μέσα στην αδηφάγο δύνη του κενού , να έχεις τρέξει πρώτα μόνος για να καταλάβεις πότε πρέπει να σταθείς . Και ν’ αφουγκραστείς τον ήχο των αστεριών .


Κάποτε πρέπει να χαθείς χρόνους πολλούς σε καυτές ερήμους , σε μοναχικές διαδρομές , για να βρείς στην άκρα του γκρεμού , λίγο πριν το πέταγμα , το γιασεμί της ερήμου.


Είναι περίεργο που όλα οδηγούν στο Νότο .


Μια πυξίδα αιρετική είναι η καρδιά. Που δείχνει αντίθετα απ’ ότι είθισται.


Μικρή κουκίδα στο πέλαγο του άγνωστου , που  είναι πια φίλος , που ήρθε αγνώριστος , μα τόσο οικείος .


Είναι πολύ κοντά το μακριά . Όταν το σύμπαν είσαι εσύ και εσύ το σύμπαν . Όταν έχεις γίνει ένα με το όλον απ’ όπου προέρχεσαι .


Φτάνει μόνο μια στιγμή να σταθείς και να το αφουγκραστείς . Και θα’ρθει κοντά σου . Γεμάτο ‘Ερωντες , κάτι ζεστές αυγουστιάτικες νύχτες που θα ‘ χεις χαθεί σε ξένες αγκαλιές . Καρδιά μου .

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ ( ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ...)


Εκεί στην άκρα της ρωγμής , στο τίποτα , στο κάτι , θανε καλπάσω φλόγα μου με τ’ άλικό σου άτι.

Κι ανε χαθείς κι ανε χαθώ σε βρίσκω στο χαμό σου, ένα ψιθύρισμα φωτιά , ανάσα στο λαιμό σου.

Και ύστερα το τίποτα και ύστερα το ‘’όλα’’, τ’ άλικο αναδύεται στου γαλανού τη κόλα.

‘Ένα λευκό ωσάν το φως , σκληρό και χάδι αντάμα , ειν’ αητός που χάθηκε , ειν’ αμαζόνας τάμα.

Είναι τσιγγάνα θάλασσα που λικνιστά χορεύει , κύμα που φεύγει κι έρχεται κι ερωτικά αγριεύει .

Στερέωσε τη φούστα της μ’ αστέρια στις λαγόνες , η νύχτα και γελά κρυφά , σαρκάζει τους τυφώνες .

 

Δε μ’ άγγιξες , δε σ’ άγγιξα , μα είμαστε δυό φλόγες , που στροβιλίζονταν κρυφά στης σιωπής τις ρόγες.

Έσκυψες και ανάσανες στην άκρα του λαιμού μου, χωρίς μιλιά , μόνο φωτιά , ρωγμή του λογισμού μου.

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

ΑΛΙΚΟ ΒΛΕΜΜΑ Σ' ΕΝΑ ΑΓΡΑΦΟ ΠΟΙΗΜΑ


Κλεμμένος πόθος της νύχτας το χάρισμα της αυγής . Ενας αστερισμός γεμάτος κρίνα του πρωινού , σάνταλα στα πόδια μιάς νεράιδας.

Η πεθυμιά ,φλογισμένη ανάσα του Νότου στο λαιμό γελαστής Ωκεανίδας .

Κόρη του πελάγους , κόρη των κυμάτων , της ηδονής της κλεμμένης από την αναδυομένη θεά των Εραστών .

Το ατέρμονο γαλάζιο , βραχιόλι στο χέρι μιάς απεγνωσμένης έκστασης που  σαρκάζει το εφήμερο.

Όταν οι σκιές χαθούν στο σκοτάδι θα ‘ ρθω να σε βρώ – άγγιγμα ενός άγραφου ποιήματος στο  νου του ποιητή του .

Αλικο βλέμμα τ’ ουρανού στο ροδαυγές του ονείρου που δεν έχει πλέον λόγο να υπάρχει . Αφού έγινε πραγμάτωση στα φτερά ενός έκπτωτου ‘Αγγελου.

Το φεγγάρι πίνει το νερό από το χαμένο φρέαρ , λαίμαργα . Κι αυτό χύνεται σαν ανάσα στο διάφανο στέρνο του.

‘Ένα βλέμμα που κοιτά μέσα από το βρεγμένο διάφανο , την απεραντοσύνη . Δροσιά των φλογισμένων Εραστών του ατέρμονου .

Αλικο βλέμμα σ’ ένα άγραφο ποιήμα .

ΤΟ ΕΑΡ Τ' ΟΥΡΑΝΟΥ


Σύννεφο –σταγόνα ιδρώτα μιάς νεράιδας στο άγγιγμα του Εραστή – αστερισμού .Ενα καυτό μέταλλο σημαδεύει τους λαβυρίνθους  .

Αβάσταχτο γαλάζιο , σα καπνός σέρτικου τσιγάρου πάνω στα στήθη μιάς τσιγγάνας νύχτας. Που ταξιδεύει διαρκώς στην απουσία. Με μια αγάπη για τόπο της , ηδονή πάνω στα δίδυμα φεγγάρια μιάς πλανεύτρας σκέψης .

Πολιτεία αφημένη στο παθιασμένο χάδι του Αυγούστου .

Μια άβυσσος επιθυμία , χάνεται στη φούχτα του άπειρου σαν σε πολύπειρο άγγιγμα .

Στάχτη που σκορπίζεται χωρίς τύψη πάνω στα κρυφά τείχη του πόθου .

Μια ομορφιά , επικίνδυνη δύνη  και το σώμα ναυαγός στο θάνατό της .

Και ύστερα ένας ήχος σαν από παιδικό παιχνίδι , που νανουρίζει τη σκέψη και τη καθαρίζει – νερό από το έαρ τ’ ουρανού .

Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ ( ΑΥΓΗ ΚΑΙ ΝΥΧΤΑ )


Το πανσέληνο θράσος σκότωσε όλα τ’ αστέρια – ευχές , Και ύστερα ήρθε η σκοτεινή θεά και έκρυψε στην αγκάλη της όλα τα ‘’θέλω’’ , ανασταίνοντάς τα .

Νύχτα , των έκπτωτων θεών και των ειλικρινών ηδονών .

Σε σένα προσεύχομαι βέβηλη σκέψη . Αιρετική ηδονή που σε χλευάζουν οι ανέραστοι .

Το άπειρο και η άβυσσος είναι σκοτεινά όπως και ο ‘Ερωντας . Το αδυσώπητο φως ,σκοτεινό κι αυτό αν το κοιτάξεις κατάματα.

Πίνω το ρόδι χιλιάδων σκέψεων και ο χυμός του λεκιάζει το λευκό της απουσίας .

Μεθώ από το άρωμα των κρίνων. Νύχτα , ελευθερώνεις όλα τ’ αρώματα . Νύχτα απομυθοποιείς όλα τα φανταχτερά φτερά των παγωνιών και τον υπεροπτικό θόρυβο που κάνουν οι άδειες φορεσιές του κουστουμαρισμένου ‘’δήθεν’’. Νύχτα της σιωπής , καθρέφτη του γυμνού εαυτού που ξεντύθηκε τα ‘’πρέπει’’ του γιατι δεν μπορεί να ξεγελάσει το ‘’είναι’’ του , καθώς έμεινε χωρίς το ‘’φωτεινό’’ του ακροατήριο.

Το βέβηλο φως πλάγιασε μαζί σου χίλια δειλινά χίλιες αυγές .

Σε σκότωσε και το σκότωσες σ’ ένα ατέρμονο κύκλο παθιασμένου ‘Ερωντα.

Σκοτώνεις κάτι από σένα όταν ερωτεύεσαι . Για να γίνει χάρισμα , κέρασμα στον αδηφάγο πόθο .

Νύχτα δεν με ξεγελάς . Εγώ και ‘συ είμαστε αδέρφια , γέννα ενός θυμού που κρατά ξυπνητή τη πληγή του ‘Αδη . Ψιθυρίζει η Αυγή.

 

ΕΡΩΝΤΑΣ


Στο τέλος της ανάσας ένας μικρός θάνατος . Ανασαίνω την ανάσα του αταίριαστου . Και πεθαίνω μαζί του . Ξένη πεθυμιά μα τόσο δική μου .

Ακροβατεί το κύμα σε μια ερημική έκσταση .

Ψυχή μου , που νυχτοπερπατείς ;

Αναζητά το φως το σκοτάδι . Κι αυτό έρχεται και τ’ αγκαλιάζει . Σ’ ένα σκοτεινό αγκάλιασμα γεμάτο φως .

Το δόρυ της σκέψης σκοτώνει την ατέρμονη σιωπή . Μα αυτή ανασταίνεται μέσα από το ψιθύρισμα των βλεμμάτων των Εραστών ενός απεγνωσμένου ανεκπλήρωτου .

Ο ουρανός κοιτά κατάματα τη θάλασσα και χάνονται κι οι δυό στην απεραντοσύνη .

Όλος ο νούς μια γαλάζια ανάσα. Αύρα που δροσίζει το ιδρωμένο μέτωπο της σκέψης.

Και ύστερα , ένα γέλιο παράνομο , σπάει τη καθεστηκυία σιωπή .

Λιωμένο μέταλλο – πετροχελίδονο , ο πόθος , φτερουγίζει πάνω στο ηφαίστειο της ψυχής , χωρίς να καψαλίζει τα φτερά του . Χαίρεται να καίει καθετί που έγινε συνήθεια . Είναι φωτιά που καίει όλα τα χορταριασμένα ‘’πρέπει’’. Είναι φωτιά που καίει τον εαυτό της όταν δεν έχει τίποτε άλλο για να κάψει .

Μια παράταιρη μελωδία που δεν ταιριάζει σε ψεύτικες εικόνες . Ένα κλαδί ξερό που εύχεται να καεί κι αυτό και να σκορπίσει στον άνεμο.

Χαμένος αετός – στάχτη που γίνεται ένα με τα ψαρά γένια – σύννεφα τ’ ουρανού.

Τι θέλεις επιτέλους ψυχή ; ρωτά ο νους .

Η καρδιά , ιδρωμένη Αυγή απ’ τον Ερωντα ενός Πάνα- καλοκαιριού , κοιμάται με την αγκαλιά ανοιχτή στον πόθο.

Το ταξίδι είναι χωρίς Ιθάκες. Δεν χρειάζονται Ιθάκες όταν έχεις μαζί σου ότι αγαπάς .

Δεν χρειάζεται γυρισμός . Είναι όλα μια συνεχής αναχώρηση . Ένα ατέρμονο ξεκίνημα .

Ένα αθάνατο φως που σμίγει με το αιώνιο σκοτάδι σε ένα άπειρο ζευγάρωμα , πέρα από συμβάσεις .        Πέρα από τις ερήμους και τις οάσεις .Ενα διαρκές ταξίδι χωρίς Ιθάκες .

Μια Τροία . Η αιώνια μάχη για μια κλεμμένη αγάπη.

 

ΔΙΑΦΑΝΑ ΘΡΥΨΑΛΑ ΣΙΩΠΗΣ


Κάθε  αγάπη έχει τη γεύση της . Διαφορετική, ακόμα και αν προέρχεται από τα ίδια υλικά . Ο συνδυασμός έχει σημασία .Αυτός θα δώσει την τελική εικόνα του Ερωντα. Ξεχωριστή για κάθε αναδυομένη θεά από τις αβύσσους της ηδονής.

Μοναχικός καθρέφτης , διάφανος , η σιωπή .Ο Δράκος της ψυχής ξυπνά και τον σπάει . Και κάθε θρύψαλό του , μια εικόνα , μια αθιβολή . Χιλιάδες θύμησες , θρύψαλα του χτες . Χορεύει ξυπόλητη η νεράιδα πάνω του και γελά , λιώνοντάς τα ακόμα περισσότερο .

Το τώρα είναι εδώ . Πάνω στα ματωμένα πέλματα του χτες , πάνω στη χίμαιρα του αύριο.

Σάββατο 12 Ιουλίου 2014

ΜΕΘΥΣΜΕΝΗ ΕΥΧΗ


Μαγδαληνή της Ιεριχούς και της Βαβυλώνας η σκέψη , κοιμήθηκε με  όλα τα όνειρα και τα’ κανε νύχτα βαθιά και σκοτεινή . Υστερα ο Υπνος μεγαλοπιάστηκε και νόμιζε πως αφού δεν είχε όνειρα , ήταν ο ίδιος ο Άδης .

Η κάφτρα του τσιγάρου σιγοκαίει σα μεθυσμένη ευχή.

Στην άκρα του Αρχιπελάγους , πάνω σε έναν  βράχο , γυμνό από πόνους , τα ξωτικά της σιωπής έφτιαξαν μια καρδιά- φάρο ακοίμητο. Αυτός δε γνώριζε τον Υπνο , δε γνώριζε τα όνειρα. Ηταν ένας χα’ι΄νης φάρος. Πάντα του άρεσε να ψιθυρίζει στο νου , πως μόνο οι κοιμισμένοι έχουν όνειρα. Οι χα’ί’νιδες είναι πάντα ξυπνητοί, ακόμα κι όταν κοιμούνται με σκέψεις Μαγδαληνές , φτιασιδωμένες από το θέατρο σκιών της καθημερινότητας . Ο Αδης τους φοβάται.

Στο άδειο δωμάτιο της σιωπής ακούγονται τα ερωτικά καλέσματα του θεριού της ψυχής .      Ενας θεός χορεύει μέσα σε ένα ποτήρι- ωκεανό , σκοτώνοντας τις αθιβολιές . Αθιβολιά κι ίδιος , πεθαίνει για να αναστηθεί σαν αλήθεια . Σαν τον ατέρμονο κύκλο της Ανοιξης. Ζευγαρώνει με τη σκέψη –Μαγδαληνη και χάνεται μέσα στα φτιασίδια της.

Είναι ένα αδίσταχτο καλοκαίρι.Κι ο θερισμός πρέπει να γίνει μέσα στο φλογισμένο καμίνι του. Πάντα ο θερισμός γίνεται όταν η αδυσώπητη φλόγα , καίει τα κορμιά και λιώνει τα φτιασίδια.

Πρέπει να είσαι γυμνός στο μέρος της καρδιάς για να θερίσεις . Ανέγγιχτος κι ερωτικός , θεός και δαίμονας .

Ακοίμητος Ακρίτας , πάνω σε ξεχασμένες , απ ‘ τους πολλούς , πολεμίστρες .

Δεν μπορείς να γίνεις κάτι που δεν είσαι.

        Σειρήνα και Κίρκη , αντηχεί μέσα στη νύχτα , το εφήμερο.

Τι σημασία έχει ;

Γυμνός Μαραθωνοδρόμος , θερίζει τα χιλιόμετρα της σιωπής , μέσα σε ένα αδίστακτο καλοκαίρι. Και γεννά τα παιδιά της ψυχής.

Εκεί που τελειώνει το όνειρο , πεθαίνει ο Υπνος , γιατί έχασε την ανάσα του. Τότε είναι που γίνεται η ψυχή μια μεθυσμένη θεά που ζευγαρώνει με τους θνητούς πόθους , για να φτιάξει αθάνατες Αλήθειες , κόρες και γιούς μιάς κυκλοθυμικής Ανοιξης.

Αενάως ερωτευμένης . Αενάως επαναστατημένης . Αενάως σε μιαν έκρηξη. Που καίγεται σα τη κάφτρα του τσιγάρου για να χαρίσει τον πόθο για το τώρα. Μια φλογισμένη εισπνοή , καθώς αναδύεσαι από τις αβύσσους .

Σα την Αλήθεια μιας μεθυσμένης ευχής.

 

Σάββατο 28 Ιουνίου 2014

Η ΑΝΑΣΑ ΠΟΥ ΔΕ ΣΒΥΝΕΙ ΤΗ ΦΛΟΓΑ...


Όταν είσαι μέσα στη φωτιά γίνε φλόγα , όχι στάχτη . Όταν είσαι μέσα στη μάχη γίνε βέλος . Όταν είσαι μέσα στη καταιγίδα γίνε κεραυνός. Όταν πέφτεις σα βροχή , γίνε ανθός του πρωινού , όχι λάσπη. Όταν είσαι πληγή γίνε το αίμα που τη θεραπεύει , όχι το πύον που τη συντηρεί. Όταν είσαι αθιβολιά γίνε το χάδι του ονείρου που σκοτώνει τη λήθη .Οταν είσαι λογική γίνε το όριο του απέραντου.

Άνοιξε πλατιά φτερά σαν άλμπατρος πάνω από τα κύματα κι ελευθερώσου.

Όταν είσαι σκέψη γίνε η λύση. Όταν είσαι αγάπη γίνε υπομονή στην έκρηξη του άλλου μισού.

Όταν είσαι άγνωστο , μη φοβηθείς . Πήγαινε και γίνε ότι είσαι στ’ αλήθεια.

Κρυφό γέλιο πάνω στα μαλλιά του αγγουροξυπνημένου Έρωντα γίνε, όταν η άκρα του γκρεμού σου μάθει το πέταγμα.

Αλήθεια , νιώθεις ασφαλής ? Ε, λοιπόν να νιώθεις ασφαλής , όταν αφήσεις επιτέλους τη ψυχή να σου μιλήσει και ‘ συ να την ακούσεις προσεχτικά και σιωπηλά.

Και μετά μίλα της με την αλήθεια σου . Γίνε η ψυχή σου . Γίνε το άρωμα από ένα νυχτολούλουδο .

Όταν είσαι στην έρημο γίνε το γιασεμί της ερήμου που ανθίζει στις εσχατιές του αρχιπελάγους της σκέψης .

Πέρα από τα όρια πήγαινε και ελευθερώσου . Γνώρισε τις νέες προοπτικές και θα φτιάξεις ανάδελφες πρότυπες εικόνες που όμοιές τους δε θα βρεί κανείς πουθενά.

Όταν είσαι σιωπή γίνε το ψιθύρισμα των θεών στο θρόισμα των ηλιαχτίδων . Η ανάσα που δυναμώνει τη φλόγα…

Παρασκευή 27 Ιουνίου 2014

Ο ΘΥΜΟΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ ...




Γιάντα χτυπάτε τύμπανα τσ’ αθιβολιάς στο νου μου , θαρρείτε πως εξέχασα τα μυστικά του Αδη .

Ειν’ οι καιροί του Δαίδαλου παλιοί κι ας είν’ καινούργιοι κι ακροβατούν οι άνεμοι εις της καρδιάς τις θύρες.

Ηντα τη θέλεις την αυγή σκοτάδι σα δε ξέρεις κι αν δε θωρείς τ’ αόρατα στου δειλινού το δάκρυ .

Παλιά τραγούδια π’ ιστορούν ,παλιών πληγών τις μάχες , δεν είναι για να τραγουδάς σ’ ενός γλεντιού το δρόμο . Μον’ ειν’ για να’χεις λάβαρο σα γίνεις καταιγίδα.

Δεν ειν’ κρασί να πίνεις το , ύπνος για να ξεχνιέσαι , μον’ ειν’ νερό απ’ της Στυγός τ’ αθάνατα πηγάδια. Και όποιος πίνει απ’ αυτό όρκο βαρύ φοράει , της σκέψης τσ’ επανάστασης τα μαύρα τα στιβάνια. Που οδηγούν τα ζάλα του στ’ Αυγερινού το αίμα , εκεί απου ‘ ναι δίδυμα του νου τα ουράνια τόξα.

‘Αφοβα αναδύονται απ’ της Στυγός τους όρκους , π’ αν τους πατήσεις , οι θεοί , σε διώχνουν στα σκοτάδια . Και είν ‘ οι στράτες μοναχές απ’ τα δικά σου ζάλα , επίορκος ωσάν γενείς , στη λήθη σα θα πέσεις .

Δε θα θυμάσαι τ’ όνειρα κι αυτά δε θα σε θέλουν , σαν αρνηθείς τσ’ αλήθειας τους κι αυτά δε λησμονάνε .

Και μόνο σα θα θυμηθείς ήντα θα πει αγρίμι , θε να σου δώσουνε ξανά νέκταρ και αμβροσία .

Θα σε καλέσουν οι θεοί αντάμα τους να κάτσεις και θα γυαλίζουν οι αυγές τα μαύρα σου στιβάνια. Απου οδηγούν τα ζάλα σου στης μάχης το μετόχι , εκεί που όνειρα παλιά εσένα περιμένουν .

Μη φοβηθείς ν’ ακροβατείς , πέτα όπως σου πρέπει.

Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

ΜΑ 'ΓΩ ΙΘΑΚΕΣ ΔΕ ΖΗΤΩ...(ΦΩΣ..)


Μα ‘ γω Ιθάκες δε ζητώ , αιώνια ταξιδεύω , ο δρόμος είναι η ψυχή που κάθε αυγή γυρεύω.

Ο δρόμος δεν είναι φευγιό , δεν είν’ παρά φροντίδα , για να κρατάς ότι αγαπάς , στου ήλιου την ακτίδα.

Γιατί ? ρωτούν οι ασκιανοί μα απάντηση δε δίνω , το φως τους γέννησε κι αυτούς , δε ξέρουν δε τους κρίνω.

Οντ’ αγαπάς είσαι αυγή  , νύχτιά και φως που τρέχει κι αν κάποτε είχε μιαν αρχή , τέλος , θωρρείς , δεν έχει.

Αιώνιος ταξιδευτής , στο βλέμμα λέει αλήθεια κι ανέ το χάσεις ψάξε το στου νού τα παραμύθια .

Οι μύθοι είν’ αληθινοί , στο λένε , στο φωνάζουν , αυτό που είναι σταθερό κι αν οι καιροί αλλάζουν.

Γίνε και ‘συ ωσάν το φως σύμπαντος που γεννιέται , φεγγάρια κι αν επέρασαν απ’ Αδη δε νικιέται.

‘Κειός π’ αγαπά γίνεται φως και ασκιανός και σκότος , στο πόνο του άλλου θα πονά , θα τον φροντίζει πρώτος.

Είν’ το ταξίδι μακρινό τσ’ αγάπης οντ’ αρχίζει , πολεμιστής , αν και θνητός , τη μάχη συνεχίζει .

Γι ‘ αυτό Ιθάκες δε ζητώ , γιατί μαζί μου έχω , ότι αγαπώ και γίνομαι φως που αιώνια τρέχω.

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2014

Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

ΕΝΑΣ ΘΕΟΣ ΞΥΠΟΛΗΤΟΣ


Ενας θεός ξυπόλητος μου χτύπησε το νού μου , μία νυχτιά καλοκαιριού , βλέμμα του δειλινού μου.

Ηταν βρεγμένος αητός , χα’ί’νης απ’ τα όρη , είχε κρυφές λαβωματιές , από αγάπης δόρυ.

Δε μίλησα  μα του ‘ γνεψα στη σκέψη να περάσει , στη πάχνη μου των λογισμών , να’ ρθει να ξαποστάσει .

Εφόραγε της ζήσης μου το μαύρο πανωφόρι κι ένα τσιγάρο κράταγε ,σβησμένο ξεροβόρι.

Τονε ρωτώ πουθ’ έρχεται και μ’ απαντά εντός σου , εκειά απου ‘ χεις ασκιανούς να σεργιανούν στο φως σου .

Του έβαλα κούπα κρυφή-δάκρυ να ξεδιψάσει και δυό χαμένους κεραυνούς  που ‘ χα  ψωμί να πιάσει.

Του έβαλα να κοιμηθεί στ’ όνειρα της καρδιάς μου , μα ντράπηκα , ήταν φτωχά , ρούχα της καταχνιάς μου.

Εγέλασε κι ήταν αυτό το γέλιο ένα ποτάμι , που έλουσε και έπλυνε κάθε , ψυχής , το δράμι.

Και ύστερα με κοίταξε μα πάλι δε μιλούσε και τότε είδα τα φτερά στο κόρφο που φυλούσε.

Τα έβγαλε , μου τα ‘ δωσε και είπε ειν’ δικά σου , στα φύλαξα χρόνια πολλά πριν έρθω στον οντά σου.

Μου τα ‘χες δώσει σα παιδί μία νυχτιά του θέρους , οντε τ’ αστέρια κοίταζες τα ‘ φησες παραμέρους .

Τα πήρα και τα φύλαξα χρόνους σαράντα δέκα , οντε εσένα η έρημος τους λογισμούς σου ‘ λέκα.

Και ύστερα κοιμήθηκε σαν το παιδί στ ‘ αλώνι και η νυχτιά αλάφρωσε , τις σκέψεις δε μαλώνει .

Και μένα μου ‘ ριξε η αυγή το πιο ζεστό της γέλιο , οντε χαθείς , θε να βρεθείς στ’ αγάπης το θεμέλιο.

Σάββατο 7 Ιουνίου 2014

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ ( ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ )


Ψυχές , αστέρια της αυγής , χάνεστε μεσ’ το φως της , σα των ανέμων άγγιγμα , κρυφός ο λογισμός της.

Στη βάρκα του Αχέροντα , στων λογισμών τη λήθη , πήγα να ‘δώ τους π’ αγαπώ , στου νού το παραμύθι.

Γυμνό μου φως αφήνεσαι στης θύμησης το χάδι , πλέκει η καρδιά κι ο νούς χαλά της ζήσης το υφάδι.

Ένα νησί που ‘ ναι μακρά , στο τέλειωμα του χάρτη , θέρους βροχή, σα θύμηση , στου νού μου το κατάρτι.

Βρεγμένο φως καλοκαιριού το δάκρυ ανταμώνεις, σα γυρολόγο μουσικό , το νού μου ασημώνεις .

Πολλά βαθύς ο στεναγμός στο γύρισμα της μέρας , δυό στάλες γίναν χίλιες δυό  νότες σε Πάνα κέρας.

Στης σιωπής τ’ αντάμωμα φως μου σα σεργιανήσεις , κέντα σημάδια στους καιρούς , τσ’ αυγής μη λησμονήσεις.

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ ( ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ )


Στο γύρισμα των φεγγαριών ματώνουν οι ανέμοι , αγρίμι να ‘ σαι στη καρδιά , φωτιά απου δε τρέμει.

Σα δυό χιλιάδες χρώματα στου νου το πανηγύρι , ειν’ η ζωή , αυγής ανθός , να του ρουφάς τη γύρη.

Δρόμοι τσ’ αυγής στων στεναγμών το πιο παλιό τραγούδι , σα φως στα γένια τ’ ουρανού , του λογισμού το χνούδι.

Εσμιξε ο ήλιος κι η αυγή στ’ ορίζοντα το μπέτι , γεννήθηκες  Αυγερινός στ’ αστερισμών τα έτη. Νύχτα ρίξε τα πέπλα σου και ξύπνα ουρανέ μου , δώστου ευχή απ’ τις ευχές , ανθέ και μενεξέ μου.

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

Ο ΘΥΜΟΣ ΤΩΝ ΟΝΕ'ΙΡΩΝ


Γιάντα χτυπάτε τύμπανα τσ’ αθιβολιάς στο νου μου , θαρρείτε πως εξέχασα τα μυστικά του Αδη .

Ειν’ οι καιροί του Δαίδαλου παλιοί κι ας είν’ καινούργιοι κι ακροβατούν οι άνεμοι εις της καρδιάς τις θύρες.

Ηντα τη θέλεις την αυγή σκοτάδι σα δε ξέρεις κι αν δε θωρείς τ’ αόρατα στου δειλινού το δάκρυ .

Παλιά τραγούδια π’ ιστορούν ,παλιών πληγών τις μάχες , δεν είναι για να τραγουδάς σ’ ενός γλεντιού το δρόμο . Μον’ ειν’ για να’χεις λάβαρο σα γίνεις καταιγίδα.

Δεν ειν’ κρασί να πίνεις το , ύπνος για να ξεχνιέσαι , μον’ ειν’ νερό απ’ της Στυγός τ’ αθάνατα πηγάδια. Και όποιος πίνει απ’ αυτό όρκο βαρύ φοράει , της σκέψης τσ’ επανάστασης τα μαύρα τα στιβάνια. Που οδηγούν τα ζάλα του στ’ Αυγερινού το αίμα , εκεί απου ‘ ναι δίδυμα του νου τα ουράνια τόξα.

‘Αφοβα αναδύονται απ’ της Στυγός τους όρκους , π’ αν τους πατήσεις , οι θεοί , σε διώχνουν στα σκοτάδια . Και είν ‘ οι στράτες μοναχές απ’ τα δικά σου ζάλα , επίορκος ωσάν γενείς , στη λήθη σα θα πέσεις .

Δε θα θυμάσαι τ’ όνειρα κι αυτά δε θα σε θέλουν , σαν αρνηθείς τσ’ αλήθειας τους κι αυτά δε λησμονάνε .

Και μόνο σα θα θυμηθείς ήντα θα πει αγρίμι , θε να σου δώσουνε ξανά νέκταρ και αμβροσία .

Θα σε καλέσουν οι θεοί αντάμα τους να κάτσεις και θα γυαλίζουν οι αυγές τα μαύρα σου στιβάνια. Απου οδηγούν τα ζάλα σου στης μάχης το μετόχι , εκεί που όνειρα παλιά εσένα περιμένουν .

Μη φοβηθείς ν’ ακροβατείς , πέτα όπως σου πρέπει.

Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

ΕΝΤΡΟΠΙΑ ΑΝΑΔΥΟΜ'ΕΝΗ


Σπειροειδής ελιγμός . Απύθμενος δρόμος . Ελικοειδής άβυσσος που περιμένει την Αριάδνη .’Ενα φως που υφαίνει ευχές , το νήμα που σκοτώνει τα αδιέξοδα . Μια παιδική αταξία που κρύβει τη Δημιουργία η Εντροπία . Το ξεβόλεμα της σκέψης η Δράση . Αναιρεί τις ελώδεις αναθυμιάσεις της ακίνητης συνήθειας . Μέσα στις έλικες που μπλέκονται σε ένα ερωτικό χαώδες , κρύβεται η πνοή . Η επανάσταση εναντίον του συνήθους . Ο θάνατος του ‘Αδη . Η δημιουργία είναι το ξεβόλεμα του εαυτού . Κι η εντροπία η πηγή απ’ όπου προέρχεται . Καθαρά ύδατα σε μια διαρκή κίνηση , εκρήγνυται . Και γεννιέται ο νους . ‘Αβυσσος .‘Ένα βλέμμα που κοιτά το φως και κρατά την ανάσα του καθώς αναδύεται σε νέους κόσμους .Νέες θύμησες γίνονται οι Δρόμοι . Για να φτιαχτεί το καινούργιο πρέπει να ανακατευτεί πρώτα . Ν α φύγει  από την καθεστηκυία τάξη του .Να δημιουργήσει νέους συνδυασμούς , ανάδελφα πρωτότυπα . Αυθεντικά συναισθήματα . Η έκρηξη είναι πάντα ειλικρινής . Η Αλήθεια κρύβεται στο ανακάτεμα . Όχι στα στάσιμα βλέμματα ενός τακτικού βολέματος . ‘Ενας υποβόσκων ερωτικός στεναγμός το εντροπικό κάλεσμα της δημιουργίας που αναδύεται. Είναι η πάλη με το βυθό του Εντός που ζητά το φως των νέων συνδυασμών . Το καινούργιο αναιρεί τη παλιά σκέψη για να γεννηθεί . Το καινούργια θυμάται την αιώνια πηγή . Ανέγγιχτο . Σε έκσταση ερωτική είναι , φτιάχνοντας νέα σύμπαντα . Ο βυθός βρουχάται . Οι αστερισμοί δείχνουν τον δρόμο στη ξαστεριά . Όμως η Εντροπία είναι μια διαρκής καταιγίδα .Οταν είσαι μέσα στη καταιγίδα το δρόμο δείχνει η καρδιά . Ενας φάρος που πάλλεται ερωτικά , ατέρμονα , καλώντας ‘ σε να νιώσεις . Να αισθανθείς . Μια επαναστατημένη ανάσα γεννημένη από τους πιο μακρινούς βυθούς των αβύσσων , ζητά τη Δημιουργία . Ανακατεύει . Πάλλεται προς τα πάνω σε ένα αιώνιο στροβίλισμα για να γεννηθεί το καινούργιο . Αναιρεί το συνήθες . Και αναδύεται . Ενας Ερωντας ανατρεπτικός . Δημιουργία . Εντροπία Αναδυομένη ..

ΤΟ ΕΝΔΕΛΕΧ'ΕΣ 'ΑΛΙΚΟ


Χα’ι’δεύει ο καπνός ενός ετοιμοθάνατου τσιγάρου το θολό αλατισμένο λυκόφως . Το δάκρυ μιάς νεράιδας που ‘ χασε τα παραμύθια της . Κρυφό μετέωρο άγγιγμα , η σιωπή . Το άδειασμα της απουσίας . Ξεγελασμένη ανάσα , μια ρουφηξιά από φωτιά . Ξεγελασμένη γαλήνη . Στο τέλος μιάς διαδρομής η αναπάντεχη συνάντηση της αμφισβήτησης . Κρυφογελά και χαιρετά ‘σε καθώς ο νούς ζαλίστηκε από το τώρα και ζητά το αύριο . Να ‘ ναι το αύριο η απάντηση ? Η αμφισβήτηση δε ζητά απαντήσεις . Καταρρίπτει τις υπάρχουσες . Μια διαρκής ερώτηση . Και η μαγεία επιστρέφει . Το απλό είναι το πιο δύσκολο . Ευέλικτο πειρατικό βοηθά τα ρεσάλτα στις ναυαρχίδες . Το απλό είναι το δύσκολο . Το πιο δύσκολο απλό είναι ο Ερωντας . Ανατρεπτικός . Φτιάχνει ρωγμές στα στεγανά του εαυτού . Πρέπει να αμφισβητήσεις τη στασιμότητα και τη σύμβαση των στεγανών για να τον συναντήσεις , ψιθυρίζουν οι αστερισμοί. Πρέπει να αμφισβητήσεις για να αλλάξεις . Για να δεχτείς . Πρέπει να αμφισβητήσεις για να γίνεις αγρίμι . Είναι όμορφα τ’ αγρίμια. Κρυφογελούν στις αβύσσους . Αμφισβητούν τον φόβο . Γι’ αυτό δε φοβούνται . Ολο σε κάποια σχισμή του σκοταδιού θα τα βρείς να παίζουν με το φώς . Αντιλαλούν τα όρη το ερωτικό τους κάλεσμα. Είναι λεύτερα τ’ αγρίμια . Σπαθιά που κόβουν τα πιο δύσκολα δεσμά . Αυτά που είναι αόρατα . Αυτά που ο καθένας έβαλε συμβιβαζόμενος με το άδειο βλέμμα της ακινησίας . Ο νους , ο γεννημένος να πετά , βρουχάται σα πληγωμένος δράκοντας που ράγισε η αρχαία του αρματωσιά . Που ράγισαν τα φτερά του . Τότε , εκείνη τη στιγμή αμφισβήτησε τη μοναχική του γνώση . Αιώνες τώρα ήταν σε μια σπηλιά γεμάτη φλόγες και απαντούσε επί παντός . Όμως δε ρωτούσε ο δράκος , χάνοντας σιγά σιγά τις απαντήσεις του .Οχυρωμένος στη μοναξιά του .Κι ο Ερωντας ξέπλεκε τα δίκτυα γελώντας .Αυτός ήταν μια διαρκής εντροπία .Χωρίς ποτέ να βγαίνει καμμιά απάντηση από το είναι του. . Μόνο ένα εντροπικό φως , καμωμένο από τη συνεχή έκσταση της έκρηξης . Ένα ηφαίστειο . Μια φλογισμένη κορυφή που βρουχάται έχοντας συντροφιά της τα συντρίμμια παλιών θεών . Κι ένα σμάρι από άγριες μέλισσες κεντούν το θυμάρι . Και σε κάθε κέντημα λευτερώνεται το άρωμα των επαναστατημένων αισθήσεων . Των επαναστατημένων απαντήσεων που έγιναν επιτέλους ερωτήσεις . Αμφισβητώντας τη βαλτωμένη συνείδηση . Κεντούν οι άγριες μέλισσες . Κεντούν . Κι οι νύχτες γίνονται αυγές , που όπως ότι αρχίζει , είναι ματωμένες . ‘Ενας ανθός του Μαγιού που φόρεσε κόκκινο πανωφόρι για να κρύψει τις πληγές που του ‘ κανε  ο Βοριάς . Πρέπει να κοιτάξεις βαθιά για να γίνεις μια ματωμένη αυγή . Πρέπει να νιώσεις βαθιά για να γίνεις μια ματωμένη αυγή . Ν’ αφήσεις να σε κλέψει ο ‘Ερωντας για να γίνεις μια ματωμένη αυγή . Μέσα πολύ είναι το έξω . Οι κυνηγοί των κεραυνών το ξέρουν . Δημιουργία . Εντροπικό φώς . Ενδελεχές άλικο ..

Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Η ΚΥΝΙΚΗ ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ ΔΙΑΔΡΟΜΩΝ

Το βοτάνι των αστερισμών μέθυσε τη νύχτα . Διαβάτης μοναχός , περιπλανιέται στα όρια της αβύσσου . Ο ‘Ερωντας κι ο θάνατος γίνανε αδερφοποιτοί πάνω στις ρούγες της ψυχής . Διαδρομές χωρίς χαραγμένους δρόμους . Περιμένουν να χαραχτούν από τα ζάλα της δημιουργίας. Η αυγή έχει ένα νυσταγμένο βλέμμα , αγκαλιάζοντας τον λογισμό και εραστή της . Ταξιδεύουν τα όνειρα πάνω σε δρόμους ορεινούς , έχοντας τη λάμψη του ‘Ερωντα να τους συντροφεύει . Η πληρότητα της ψυχής της γεμάτης συναίσθημα. Εχει μια σκληρή γοητεία . Την κυνική γοητεία των άγραφων διαδρομών . Αυτών που γνωρίζουν μόνο οι Εραστές και τ’ αγρίμια . Ένα αδυσώπητο ‘’φεύγα’’. Μια διαρκής αναζήτηση , πέρα απ’ τα σύνορα των στεγανών , που καταρρίφθηκαν. Ένα γεμάτο βλέμμα που ανάβει τσιγάρο στη θύμηση του ‘Ερωντα. Μια Ανοιξη που ξεντύθηκε τη ψυχή της . Και βούτηξε γυμνή μέσα στις ψυχές και στα βλέμματα . Μια ‘Ανοιξη που περπατά ξυπόλητη πάνω στο σκληροτράχηλο ‘’είναι’’ . Κι οι Εραστές χαράζουν τις διαδρομές , σαν να ‘ ναι αυτές τα αρχικά τους , πάνω στα βράχια των ονείρων . Κι άγραφες διαδρομές , πληγώνονται και παίρνουν μορφή και προορισμό . Ο προορισμός είναι το χάδι , η χαρά . Είναι το δάκρυ της πρωινής πάχνης , που σκουπίζει το πρώτο φώς. Ο δρόμος θα χαραχτεί από τους πρωτοχορευτές  . Εκείνους που αυτοσχεδιάζουν πάνω στην έκσταση . Ο ρυθμός είναι η ανάσα . Μια ανάσα που πάλλεται πάνω στα τύμπανα μιάς Αφροδίτης- Γαίας , καθώς γεννιέται το καινούργιο. Ο ‘Ερωντας σκοτώνει τον φόβο. Ο ‘Ερωντας  σκοτώνει τον θάνατο. Κι άγραφες διαδρομές , χαράσσονται . ‘Εχοντας μια κυνική γοητεία…

ΜΑΝΤΙΝΑΔΕΣ (ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ)

Κι αν ήξερα κι αν ήξερες κι αν ξέχασες , θυμάμαι , μένει στο νου χαραγματιά , πόνος που λησμονάμε.
Ειν’ μακρινός αστερισμός , πέλαγο ένα βλέμμα , οντε το ένα γίνεσαι με της ψυχής το αίμα

Μπέρδεψα αυγή και δειλινό ,δεν ξέρω αν ξημερώνει , (γ)ή αν το βλέμμα της νυχτιάς πίνω και με παγώνει .
Κρύες φωνές  παράταιρες σχίζουν τη σιωπή μου , βήμα , λιθόστρωτη κραυγή , κουράζει την αυγή μου.
Μια κούπα ζεστά όνειρα θα πιώ και θα μεθύσω , βοτάνι των αστερισμών , δάκρυ που θα σκουπίσω.
Γλυκιά μου Ανοιξη π’ ανθείς στα ματωμένα αλώνια , κάνεις τις φλόγες , ροδαυγές , στων ουρανών τα κλώνια
Μύρο απ’ την αγκάλη σου Θεέ μου ουρανέ μου , θε να σταλάξω στις πληγές που έχουν οι αυγές μου.
Ανθέ μου , εσύ απού ρωτάς θε να σου πω αλήθεια , οι εδικές μου Ανοιξες  ανθούν στα παραμύθια.
Ερώτηξα τον ουρανό τσ’ αγάπης ποιο το χρώμα κι είπε μου πως η ‘Ανοιξη δεν το ‘βρηκε ακόμα
Εκέντησε η ‘Ανοιξη μ’ ένα χρυσό αγκάθι , τους πόνους και τις θύμησες , στου νού το κατακάθι
Διαμάντι μοιάζεις φτωχικό μεσ’ τ’ ουρανού τα πλάτη ‘Ανοιξη απου σ’ έκλεψε του ‘Ερωντα το άτι.
Φώς μου και πως μαράθηκες στου δειλινού το δάκρυ , ‘Ανοιξες απου πέρασαν στης θύμησης την άκρη.
Καίω όλες τις ‘Ανοιξες , στις στάχτες τους , χορεύω , αητός εγώ γεννήθηκα , πετώντας θα παλεύω.
Ο ‘Ερωντας κι ο θάνατος είν’ δίδυμα κλωνάρια , γι’ αυτό καρδιά που αγαπά έχει του Αδη χνάρια.

Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

Ο ΚΑΒΑΛΑΡΗΣ Τ' ΟΥΡΑΝΟΥ

‘Ένα αδυσώπητο φως στο απέραντο .’Ενας απύθμενος ‘Ερωντας. Μια άβυσσος που βρουχάται στην άκρα της ψυχής. Κι ο άνεμος , καβαλάρης τ’ ουρανού . Χίλια χρώματα , χίλιοι λογισμοί , αστερισμοί στη νύχτα της σκέψης .Ψεύτη άνεμε πειραχτήρι .Αστειεύεσαι με τη φωτιά .Κι αυτή , γελώντας , θεριεύει . ‘Ένα πέλαγο το ψιθύρισμα των συναισθημάτων . ‘Αγγελοι κρυφακούνε το φώς , το κρυμμένο σε μύρια βλέμματα. Κι ο άνεμος ένας μαντατοφόρος Ερμής , που ντύνεται τα φτερωτά πέδιλα της ‘Εκρηξης . ‘Ένα χάδι σκληρό πάνω στο πρόσωπο του μεσημεριού της γαλήνης . Γάργαρο γαλάζιο που το λέρωσαν χίλιοι στεναγμοί . Οι ανάσες γίνονται ένα με τον άνεμο . Κι αυτός καλπάζει προσπερνώντας τις πεθυμιές και τις θύμησες.
Οι κεραυνοί έκρυψαν τ’ άρματά τους και σιωπούν. Και αφουγκράζονται. Φωνές που αφήνουν τα χνάρια τους στους φλεγόμενους δρόμους. Εναλλάσσονται οι στιγμές πάνω στο λευκό , φρεσκοπλυμένο σεντόνι της ψυχής. ‘Ενας αιώνιος ταξιδευτής πάνω σ’ ένα Αγιοργήτικο άτι ο άνεμος της επιθυμίας . Εθισμένος στην εναλλαγή . Εθισμένος στην κίνηση . Εθισμένος στο τώρα . Ρίχνει τις ριπές του πάνω στους βαλτωμένους εγωισμούς , πάνω στα βαλτωμένα βολέματα.’Ενας επαναστάτης άνεμος που είναι παντοτινός σύντροφος των πιο ψηλών κορυφών , των πιο απάτητων ονείρων . Εκεί που δεν υπάρχουν σπήλια για να κρυφτούν τα θεριά . Εκεί που δεν υπάρχουν σπήλια για να ξεκουραστούν τ’ αγρίμια . Μια διαρκής επανάσταση ο καβαλάρης άνεμος . Δεν τον κρατούν οι ουρανοί . Δεν τον χωρούν οι άβυσσοι της θάλασσας. Δεν ξέρει τα σύνορα των στεριών και των ερήμων . Η ανανέωση του τώρα , είναι η εναλλαγή των στιγμών . Στιγμιαίες μάχες με νικητή την έκρηξη. ‘’Πράξε’’ φωνάζει ο άνεμος . Δράσε . Λιώσε τη φθορά της ύλης . Λιώσε όλους τους φόβους . Χίλια κεριά αναμμένα σε μια μελωδία που υψώνεται , το ‘’να ζείς’’. Το να δημιουργείς . ‘Ένα χαστούκι σε κάθε τι το τυραννικό που προσπαθεί ν’ απλώσει τα δεσμά του .’’Εχεις το σπαθί’’ , φωνάζει ο άνεμος . Κι η αδερφή του η Ηχώ πολλαπλασιάζει τη κραυγή του . Η ψυχή πολλαπλασιάζει τη κραυγή του . Αδυσώπητο φώς , θα σε καταπιούν τα βλέμματα της σκοτεινιάς της ψυχής που πλαντάζει . Και τότε ο άνεμος θ’ απλώσει τα χέρια του και θ’ ανεβάσει  το φλογισμένο όνειρο πάνω στο άτι του . Χα’ι’νισσα ψυχή , γίνε ο καβαλάρης τ’ ουρανού.

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

ΟΙ ΓΕΛΑΣΤΕΣ ΠΛΗΓΕΣ

Πηγή τσ’ αγάπης , σκοτεινιά , του Ερωντα τα πάθη , νύχτα κρατείς μεσ’ στ’ όνειρο , οσα ο νούς μου πλάθει . Π’ ακροβατεί στο ουρλιαχτό του δειλινού π’ ιδρώνει , γιατί τη νύχτα πεθυμά , τη μέρα τη σκοτώνει . Κι απόης , σα γυμνά σπαθιά λυγίζουν τα κλωνάρια ,στων πόνων τ’ άγραφο χαρτί , σκιές δίχως αχνάρια . Κι είναι πληγές απού ρωτούνε τ’ άστρη αν θα πρέπει που ‘ ναι ανοιχτές να χαίρονται , να ‘ χουν τα δάκρυα , ‘Επη. Να κάνουνε τις πεθυμιές , φλόγες γερές , να καίνε κι ύστερα με το αίμα τους , πως ξεδιψούν να λένε. Κι ο χρόνος μόνος ν’ απορεί , δύναμη πούθε παίρνουν , και αψηφούνε τσ’ ασκιανούς κι αυτόνε τονε  γδέρνουν . Είναι πληγές απου ‘ χουνε νύχια γαμψά σαν όρνια και δε πονούνε , δείχνουνε , στο χρόνο περιφρόνια. Κι ακροβατούν στους σκιανούς και ζωντανή κρατάνε , τη φλόγα μέσα της ψυχής , ποτέ δε λησμονάνε . Σαν αμαζόνες έκοψαν το ένα τους το στήθος , για να χωράει το σπαθί στου στέρνου τους το βύθος.

Κυριακή 6 Απριλίου 2014

Αυρα γυμνή

Το χάδι είναι μια πληγή , πληγές απου γιατρεύει , ειν ‘ η αυγή που μάτωσε και δειλινό γυρεύει. Γυμνή μου αύρα πως μπορείς να τις γεννάς τις φλόγες , ανάσα- χάδι τ’ ουρανού εις τις αυγής τις ρόγες . Ξέχασες πού ταξίδεψες και πούθε αρχινούσες , κλαδιά του ήλιου προσπερνάς , κραυγές π’ αναζητούσες.Οι δρόμοι σου , είναι σύντροφοι, φίλοι , συνοδοιπόροι , αγρίμια απου αλιχτούν για να τ’ ακούν τα όρη. Κι αυτά δακρύζουν , γίνονται τ’ ονείρου δροσουλίτες , απού νικούν τα σύνεφα , απού νικούν τις ήττες .Ζητάς να βρείς πού ξεκινά αυτό που τελειώνει , για να πετάξεις τ’ αύριο , το ‘’τώρα’’ που σκοτώνει . Σαν είσαι τέλος σταματούν να σε αγγίζουν φόβοι , είσαι φωτιά και ασκιανός , σκαρί απού ξεκόβει . Κι αφήνει πίσω τις στεριές , χορεύει με τσ’ ανέμους κι ακροβατεί στην άβυσσο κι αποζητεί πολέμους. Και είναι οι αστερισμοί αγκάλες που τις νύχτες , σιωπηλές χαρίζονται , κλείσε τα μάτια , σφίχτες . Κι ύστερα άναψε τσ’ αυγές ,σβύσε τα δειλινά σου , σήκωσε ότι έπεσε , σπάσε τα πύληνά σου.’Κει που τελειώνει η αρχή , μιάν άλλη αρχή αρχίζει , φίλος του Αδη σα γεννείς το γέλιο σου θ’ ανθίζει .Γιατί θα ξέρεις πως θα ζεις την κάθε σου τη μέρα , σαν τελευταία να ‘ ναι αυτή , κάνε τα όρια πέρα. Αυρα γυμνή θε να γεννείς , απού γεννά τις φλόγες , γίνε ουρανός που χάθηκε σε μιάς  γοργόνας ρόγες.

το τέλος του απείρου

Η Φλόγα σκοτώνει τη δροσοσταλίδα . Και ύστερα μέσα από την πάχνη των λογισμών , ξημερώνει το άλικο. Πέρα από το μονοπάτι, κρύβονται τα ελαφίσια μάτια της πεθυμιάς . Πέρα από τους αστερισμούς , η κρυφή μουσική . Αν την ψηλαφίσεις , θα πει ότι έμαθες , … λέει το σκοτάδι στο φώς . Ζεστή σκέψη , αυτήπου τελικά αποδέχτηκε αυτό που αρνιόνταν , μα ήταν δικό της .Ενα γέλιο ξυπνά τη σιωπή . Και μέσα από το όνειρο , βγαίνουν , μεγαλοπρεπή , τα όρη της αυτογνωσίας . Το άπειρο τελειώνει όταν το κάνεις δικό σου . Όταν γίνεσαι ένα με αυτό. Η στιγμή είναι τότε που θα γεννηθεί το αληθινό . Αυτό που πάνατα υπήρχε αλλά περιμενε να το δεχτείς για να γεννηθεί . Μια σταγόνα που φλέγεται ξεφεύγοντας από την άβυσσο. Η άκρη είναι η αρχή. Η άκρη είναι το τέλος . Η σκοτεινή θεά των οριζόντων ράβει με τα μεταξωτά της δάκρυα . Ειπες ‘’είμαι εγώ ‘’ και το άπειρο κουλουριάστηκε στο ‘’εντός ‘’. Τώρα γίνατε φίλοι . Αγρίμι βρεγμένο που δεν αποχωρίζεται τα όρη για την εφήμερη ζεστασιά. Αναχωριτής της αυγής , άγγελος έκπτωτος , που τελικά βρήκε το δρόμο του , ο άνεμος.Ψιθυρίζει σε ένα πέλαγο αλαβάστρινα μαλλιά. Κι αυτά κυματίζουν , έρωντες πειραχτήρια. Εχει μια μουσική η σιωπή . Ξεχωριστή για τον καθένα . Εχει μια μυρωδιά η σιωπή . Ξεχωριστή για τον καθένα. Κοιμάται το σκοτάδιστα σεντόνια του φωτός , όταν αυτό λείπει . Του αρέσει . Νιώθει την αύρα του . Κι ας λείπει . Είναι εκει . Δικό  του . Περα από το συμβατικό . Το πεπερασμένο . Το άπειρο τέλειωσε . Εγινε δικό του . Γελάνε οι Δράκοι πισω από τα φλιγισμένα μουστακια τους . Τους αρέσει που οι νεότεροι μαθαίνουν . Γι αυτό ρίχνουν ένα τρυφερό , κρυφό χαμόγελο αποδοχής. Το μοίρασμα του μυστικού είναι αυτό που έχει σημασία. Το μοίρασμα . Όχι το μυστικό. Είναι δυσκολο να τα ξεχωρίσεις.Πρεπει πρωτα να πονέσεις μόνος για να δεχτείς το μοίρασμα. Το μυστικό δεν εχει και τόση σημασία. Είναι δικό σου και του άλλου , αυτό έχει σημασία . Να γίνετε η κρυφή ομάδα του ονείρου που συνωμοτεί γελόντας στους Ερωντες. Κι αυτοί κανουν πως δεν ξέρουν και στριφογυρίζουν αδιαφορα , με τα χέρια στις τσέπες τ’ ουρανού . Για να του κλέψουν την ανάσα και να την κάνουν το φιλί των πρωτων Εραστών. Να σπάσουν τους μύθους , σα ρόδι- αίμα , στους τοίχους των κάστρων που δεν έχουν λόγο να υπάρχουν. Γιατί η Ανοιξη άλωσε τις μοναχικές πολεμίστρες τους . Γιατι βρέθηκαν επιτέλους , στα ίδια σεντόνια ρου ‘’ εγώ’’ , το φως και το σκοτάδι . Σε ένα αιώνιο δώσιμο . Είναι το τέλος του απείρου . Ανάσα του δειλινού , καπνισμένη από τις καμινάδες της σκέψης . Δημιουργία . Αρωμα από το ιδρωμένο κορμί της Αυγής , η μυρωδιά της γέννησης του Εντός .Πεθυμιά που κρυβει το γέλιο της μη και το ματιάσουν τα μουχλιασμένα ‘’ πρέπει’’ . Βαθύ άλικο , ο θάνα τος του Αδη . Το άπειρο τελειώνει όταν γίνει δικό σου .

Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

ως καπνισμένοι Ερωντες

… Η βροχή ήταν αδέκαστη , δακρύζοντας τα λιθόστρωτα των στιγμών . Σκοτεινοί λογισμοί ως καπνισμένοι Ερωντες- ρέοντα νέφη . Στάχτη που έσπασε η νύχτα , ως θρύψαλα κατόπτρου . Ηδονικός αναστεναγμός με μια κυνική ευαισθησία το λλυκόφως . Ανασαίνει η φλόγα , μακρινός αστερισμός που μίλις γεννιέται , το πάθος , ο πόθος . Ατέρμονη σκέψη που χρόνο δε γνωρίζει , η ανάμνηση . Ξορκίζει σα φιλί , στιγμές σε δρόμους νύχτας , θολωμένες από τη πάχνη του πόνου . Το ταξίδι . Το αντάμωμα . Η συνεχής εναλλαγή του άλικου πόθου . Κραυγή που ξεμακραίνει χωρίς ηχώ , η απουσία . Είσαι εδώ . Το ξέρω . Αλλά λείπω , ψιθυρίζει το φως στο σκοτάδι . Αρχέγονος μύθος που γεννήθηκε πριν το άπειρο , το σμιξιμο σε μια φλόγα , μια στιγμή που αρκεί , γιατι επιτέλους ενώθηκαν τα κομμάτια της . Πυγολαμπίδες στο άπειρο σκοτάδι οι σπίθες της ηδονής . Η σκέψη κρύφτηκε πίσω από τον καπνό του τσιγάρου . Πέρα από τα όρια κρύβεται η δυνατότητα .  Πέρα από το ανέφικτο κρυβεται το εφικτό . Μύρο σε μυστική πληγή , η γέννηση της αυγής απ’ το λυκόφως . Φάρος που τον έκλεψαν οι άνεμοι , μα αυτός αντιστέκεται ακόμα στην άκρη του πέλαγου .Υστερα από το ύστερα και στο μετά του πόνου , δυό σπίθες που ανταμώθηκαν  ηδονικά σε μια μακρυνή ακτή . Εκρηξη , τα χειμωνιάτικα κρίνα , στο άγγιγμα του άλικου , ανοίγουν σα μια ιαχή νικητήρια επι του Α χέροντος …. Ως καπνισμένοι Ερωντες.

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

ο θυμός που γεννά

...Στους δρόμους του ματωμένου αυγερινού , κοίτονται οι σκιές με τα ελαφίσια μάτια. Θυμωμένοι κεραυνοί οι λέξεις που ακύρωσαν τον μύθο. Ξαφνικά μιά εκλαμψη σκέψης , ως δροσιά του πρωινού.Ως καθαρό νερό απο τις αιώνιες πηγές του προαισθήματος.Το ξέρεις αυτό που αρνήσαι να το δεχτεις. Προ'υ'πόθεση κάθε δημιουργίας είναι ο θυμός που γεννά. Είναι μιά επανάσταση απέναντι πρωτα πρωτα στη ψευδαίσθηση . Είναι η ανάγκη γιά αλήθεια . Αλήθεια  θα πει αυτό που δεν παραδόθηκε στη λήθη. Αυτό που δεν έχει  ξεχαστεί . Γιατί ξεχνάς οταν παραιτήσαι απο την χαρά της ύπαρξης . Ξεχνάς όταν αγνοείς το προαισθημα . Αυτό που ειδοποιεί οτι πρέπει ν ' ανασάνεις. Κι αυτή η ανάσα είναι η ψυχή που πάλλεται. Ρυθμικά , σαν μια τεράστια καρδιά. Οπως ο άνεμος που χα'ι'δεύει το φως .Τότε μπορείς ν ' αφουγκραστείς . Τότε θα θυμηθεις . Τότε η αλήθεια θα ' ρθει .Πιό επαναστατική απο ποτέ . Μιά εφηβη ανάσα . Στου κόσμου το γύρισμα μιά βόλτα , όσο κρατά το μεσοδιάστημα απο το χτες στο αύριο . Τώρα θα γίνει  , θα πει η ψυχή  και θα ανατριχιάσουν τα βλέφαρα του αστεριου του πρώτου του σήμερα. Υποχθόνια θεά , σκοτεινή και φωτεινή συνάμα , δίνει το μίτο για να βγείς απο τον λαβύρινθο . Και στο μετά του χρόνου , σου δίνει δώρο τον βόρειο αστερισμό εκει που ξεκουράζονται οι πολεμιστές πριν ξεκινήσουν το ταξίδι τους για την αιώνια μάχη .Οτι κι αν πιστέψεις στο τέλος γκρεμίζεται αν δεν το ' χεις πιστέψει πολύ. Αν έχεις αγνοήσει το αρχέγονο ψιθύρισμα που γεννιέται όταν γεννιέσαι και σε ακολουθεί εσαεί . Εσυ μνήμη , να πληγώσεις τη λήθη που πρώτη σε πλήγωσε . Γιατι η λήθη οταν πληγωθει γινεται αλήθεια...

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

της ψυχης η γέννα

)..Διαμέσου του βλέματος μιάς κραυγής , γεννιέται η έκρηξη. Βρουχώνται τα όρη γιατι πονούν στη γέννα της φωτιάς. Θεοί της αυγής τα συναισθήματα. Ως ματωμένα νέφη . Ως δάκρυ των οριζόντων , στο μικρό θάνατο των αστερισμών . Πονάει η πρώτη αναπνοή . Και στους γυμνούς βράχους του ‘’ τώρα ‘’ , γράφουν τις στιγμές οι ρίζες του άγριου ανθού που τόλμησε να φυτρώσει στην άκρη της αβύσσου του δαιδαλώδους ‘’εγώ’’ . Μικρές σιωπές που αφουγκράζονται το ψιθύρισμα του ονείρου . Είναι ατέρμονες οι αρχές  . Ε ίναι θνητό το τέλος  . Η συνεχής πάλη είναι το άγγιγμα των νιογένητων φτερών της επίτευξης των ευχών .Τ ο ξύπνημα πονά  . Ως αυγή που ματώνει . Ως αρχή που ματώνει . Σπασμένο άλικο ρόδι οι στιγμές , πάνω στα συναισθήματα . Το άλικο των οριζόντων . Της ψυχής η γέννα .

Κυριακή 26 Ιανουαρίου 2014

το τάγκο της σιωπής ...

…Και καπου μακριά ακούγεται η φωνή του μαέστρου , να λέει , ότι , οποιος παίζει καλα τη σιωπή , παίζει καλα το τάνγκο . Οι νότιες γειτονιές του Μοντεβιδέο , γεννησαν το τάνγκο . όλες οι νότιες γειτονιές χορεύουν στους ρυθμούς των ονείρων . Φτιαχνουν ρυθμούς από τα λάθη και γελούν . Τότε συνηθιζουν να παίζουν οι εμπειρίες , σαν μουσικοί , πέρα από τις νότες. Μη μένεις πισω στο ρυθμό . Η φωνη χάνεται στην ομίχλη μακρινών λιμανιών . Τότε , πρέπει να χορέψεις τη σιωπή . Οι σιωπές , οι μουσικές παύσεις , χαρακτηρίζουν τους παθιασμένους ρυθμούς και προετοιμάζουν την ανυπομονησια σου, γι ‘ αυτό που θα επακολουθήσει. Για την ηδονική κορύφωση της στιγμής . Για την ανακούφηση της εκπλήρωσης . Οταν  θα είσαι έτοιμος , τότε θα μάθεις να παίζεις τις σιωπές . Χωρις τις σιωπές , θα υπήρχε παραφωνία στο παθιασμένο τάνγκο του δειλινού. Οι χα’ι’νιδες του απείρου εχουν στησει το γλέντι τους στα χαράκια των λογισμών . Στις σχισμές του βράχου της επιθυμίας . Εκεί , που είναι προστατευμένοι από τα μάγια των αστερισμών, που θέλουν να καθορίσουν το ακαθόριστο. Απόψε θα γίνουμε χα’ι’νιδες του ονείρου.

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Η απόφαση

 Καλπάζω ως την αρχή του απέραντου . Πατώ την ουρά του σκορπιού του αύριο με γυμνά πόδια . Και τον σκοτώνω . Το σήμερα είναι εδώ , αγέροχος κενταυρος της στιγμής και το όνειρο ακούει με προσοχή την διδαχή του . Με τα μυστικά της Ατλαντίδας πορευεται ο χρόνος .
Μια θεά με χίλια προσωπα και χίλια χέρια η δυνατότητα . Δεν θέλει βωμούς και θυμιάματα . Θέλει το αίμα της δημιουργικής σκέψης , να το πιεί μονορούφι και να γεννήσει ιδέες , καινούργιους δρόμους . Και να τους κάνει δώρο στην αυγή της απόφασης .
Και να τη ! Ευθυτενής , ζωσμένη με την αρματωσιά του πείσματος των αγριμιών . Και οι περικνημίδες της , είναι έργα πολύτιμα της εκπλήρωσης .
Αγρυπνος  να ‘ σαι ! φωνάζει πάνω στη βίγλα του ονείρου . Να κοιτάς κατάματα τις θύελες που μαστιγώνουν το προσωπό σου.
… Η απόφαση είναι μια αμαζώνα με ένα σπαθί . Κόβει ότι δεν λύνεται . Γελά με τους γόρδιους δεσμούς στα σταυροδρόμια . Σαρκάζει τον εαυτό της και τη δυσκολία . Και χορεύει με γυμνά πόδια πανω στα αναμένα καρβουνα της πρόκλησης , τραγουδώντας παιάνες μάχης . Οι κόσμοι του απείρου , δεν χάνονται μέσα σε μια στάλα εφήμερου . Η απόφαση ορμά καταπάνω στη στασιμότητα και την κατατροπωνει με τους στρατούς της . Οι στρατοί αυτοί είναι : η πίστη στην ευχή , η αλήθεια του είναι , η ατέρμονη αγάπη , η εμπιστοσύνη στο αρχέγονο δώρο του σύμπαντος , η ζωή .
Είναι σόκαιρη του πόνου . Είναι αιώνιος Δροσουλίτης που ερχεται να καταχτήσει τα κάστρα και να απονήμει δίκαιο . Είναι αγρίμι που προτειμά να βρέχεται και να κρυώνει , μα να ‘ ναι  λεύτερο στις κορφές , που μόνο αυτό μπορεί να σκαρφαλώσει . Είναι ένας αετός που κρύβεται μεσα σε ένα πετροχελίδονο .       Είναι το αιώνιο πέταγμα στο καθαρό . Είναι η διαύγεια της σκέψης δεξιοτέχνη μουσικού . Είναι σκληρη η απόφαση . Ποτέ δεν δίνει γή και ύδωρ στα αδιέξοδα .Οπου δεν υπάρχει μια εξοδος , σε κάθε αδιέξοδο , φτιάχνει η απόφαση μια θύρα με το βροντερό πρόσταγμά της . Οπου δεν υπαρχει εξοδος κάνε εσύ να υπάρξει ! Εχεις τα όπλα σου ! φωνάζει στις ψυχές . Πολέμα .
…Ζώστηκε δυό σπαθιά σταυρωτά στο στήθος της και ανοίγει τα φτερά του αρχάγγελου της δημιουργίας . Η πολεμική κραυγή της ειναι ‘’ δημιούργησε ! ‘’. Στάσου όρθιος στην ακρη του γκρεμού . Μάτωσε μα μείνε όρθιος , γιατί τα ουράνια τόξα σε εχουν φύλακα τους . Μη τα προδώσεις . Η απόφαση σου δίνει την καρδιά του δράκου του ουρανού , που είναι πανάρχαια , που υπήρξε πρίν από το πρίν και θα υπάρχει μετά από το μετά. Η απόφαση ξεδιψά μόνο από τα καθαρά νερά της αυγής , της αλήθειας .Το εκτυφλωτικά ατέρμονο της ανήκει . Και ανήκει και στους μαχητές της . Σείει συθέμελα τους ασκιανούς και ξεραίνει τα νερά του Αχέροντα . Θα την βρείς στην αλήθεια της ευχής . Η απόφαση είναι η δύναμη χιλίων αρχέγονων καταρακτών. Η απόφαση είναι η ζωή . Είναι η αιώνια αρχή αυτού που ποτέ δεν είχε αρχή . Αυτού που υπήρχε από πάντα . Τι κι αν το νεφέλωμα του πεπερασμένου ρίχνει τα πέπλα του . Το άπειρο δεν γεννήθηκε γι ‘ αυτό δεν θα πεθάνει . Και το ‘’εντός ‘’ σου είναι η κληρονομιά του .
…Μια ραψωδία που περιμένει να γραφτεί στη σκέψη των ποιητών της νιογέννητης αυγής .

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

η ανάσα της θύελας στο νου της ξαστεριάς

Φτερά , σπαρτά της θαλασσας εις της ψυχής τους κάμπους ,ορίζοντες που χάνονται σ ' ομίχλες άγριου θάμπους. Κι ο στεναγμός πολύβουη της θύμησης ανάσα, ' μποδίζουν ' σε να ξεγλυστράς απ ' της σιωπής τα γράσα . Κι η καταιγίδα συντροφιά της ξαστεριάς εγίνει , ομάδι ανταμώθηκαν στου νου μου το καμίνι. Η μιά ανάβει τις φωτιές και τις κρατά να καίνε κι η άλλη γκρεμίζει και γελά τους ασκιανούς που φταίνε . Ρωτώ τες και ξαναρωτώ μ ' απάντηση δε δίνουν , ποιός είδε νου που χάθηκε κι οι σκέψεις τονε κρίνουν . Αντιλαλούν οι σιγαλιές στο άδειο πανωφόρι ,  τ ' αυγερινου , που σεργιανά στων λογισμών τα όρη . Κι είν ' η αυγή μικρή ευχή της σκέψης που γεννιέται , της σκέψης απού σβύστηκε , ονείρου που νικιέται . Είναι βουβή  μιά θύμηση τους ήχους της που ψάχνει , που ' ναι κρυμένοι σε παλιών παραμυθιών την πάχνη . Τους αφουγκράζεται το φώς στου μύθου το υφάδι , ειν ' οι ψυχές που ' χω μαζί , που τραγουδούν στον Αδη . Δεν εχει η ζήση τελειωμό , μήτε αρχή μήτ ' άκρη , ειναι τ ' ανέμων θύμηση εις των ψυχών τα μάκρη . Κι ο ορίζοντας μία γραμμή κύκλου απού ανοίγει , κύκλου απου ανέτειλε κι ο λόγος του επείγει .Και λέγει σου , πολλά μακρά πήγες μα δε πειράζει , της καταιγίδας ο θυμός με ξαστεριά ταιριάζει . Η μιά ειν ' επανάσταση κι η άλλη τη συδράμει , ομάδι  οι δυό , πόσο , θα πουν , ειν ' της ψυχής το δράμι . Και η ψυχή να το θαρρείς πως πιό πολύ ζυγίζει , οντε ταιριάζει θύελες με ξαστεριές κι αξίζει. Δεν ειναι πάντα μπορετό στης θύελας το δόρυ , να ' σαι και να ' χεις ξαστεριά εις των ματιών τη κόρη . Κι όσο να θέλουν τα θεριά τα δόντια τους να δείξουν , κατάματα να τα θωρρεις , στο γέλιο σου θα φρίξουν. Κάνε τις στάλες τις βροχής , φωτιάς σπαθί στο νου σου και τ ' άγγιγμα των αστεριών , βλεμμα του λογισμού σου . Φωτιά να είναι η ψυχή κι ο νους να τη ' κλουθάει , πάντα χα'ι'νης γίνεται εκείνος π ' αγαπάει . Κι είν ' η ηχώς της θύελας στης ξαστεριάς τα όρη , θυμάρι - ανάσα της αυγής , της σκέψης πανωφόρι. Στο λάλημα της ξαστεριάς εχάθει η καταιγίδα κι είναι ο νους αστερισμός και η καρδιά πυξίδα . Σα δε μπορεί ο λογισμός , μπορεί αυτό που νιώθεις κι είναι υφάδι της αυγής , τις νύχτες απού κλώθεις . Δύναμη δίνει η βροντή στο νου π ' αναστενάζει κι ειν ' η μιλιά της θύελας , τις σκέψεις που ταιριάζει .

Σάββατο 2 Νοεμβρίου 2013

' πεθυμιά ...

Κύμμα σου , θέλω , θάλασσα , να ' μαι στην αγκαλιά σου και να χτυπώ τους στεναγμούς που ' χεις για πελαγά σου . Να ' μαι πετροχελίδονο για να σε ταξιδεύω , μακριά απ ' του κόσμου τις στεριές , που δε θα τις γυρεύω. Θα ' θελα να ' μαι μηνυμα ριγμένο στα νερά σου , χαμένο μέσα στους βυθούς που κρύβεις στα ιερά σου . Θα ' θελα να ' μαι πειρατής , κουρσάρος στις αυγές σου , να ' μαι μιλιά στη σιωπή , οι ηδονικές κραυγές σου . Και να χαθώ στα βάθη σου , παλιό αρχαίο έρμα , να μη το βρει ποτέ κανείς , εις των καιρών το γέρμα...

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2013

Γαλήνη ...

Ενας ουρανός ξαπλωμένος ηδονικά στο ντιβάνι της αβύσσου. Η βραχνή φωνή της θεάς νανουρίζει τον ορίζοντα που είναι  νιογέννητος στην αγκαλιά της . Γαλήνη . Χίλιες πολύχρωμες αύρες αναδύονται απο το 'λιόγερμα .Σκέψεις ως χρώματα . Συναισθήματα ως ριπές ανέμου ...

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2013

οι τραγουδιστοί χρησμοί

Η πολύχρωμη άμμος του λυκόφωτος , λόγχη στο βλέμα του σκοταδιού , ως μία υποβόσκουσα επανάσταση των οριζόντων , στην αφιξή του. Βήματα γρήγορα πάνω στο λιθόστρωτο του νού οι σκέψεις , αναιρούν τη σιωπή . Και το παλιό τραγούδι το τόσο χιλιοειπωμένο , συνεχίζει να ηχεί καινούργιο. Εκεινος που είναι πρωτοχορευτής φτιάχνει καινούργια βήματα πάνω στα παλιά μοτίβα σ ' ενα εκρηκτικό ξέσπασμα . Ησυχα είναι όλα πριν την καταιγίδα . Οι παλιοί βωμοί σιωπούν , αλλά περιμένουν .Γιατί οι χρησμοί λέγονται ακόμα σπάζοντας τα βαλτωμένα έλη. Ζητόντας αυτό που είναι δικό τους .Την τιμή που τους αξίζει καθώς κουβαλούν τους προαιώνιους μύθους της ρίζας . Αν και κάηκαν πολλές φορές απο τις ορδές της λήθης , παραμένουν ανέπαφοι και περιμένουν τις αλήθειες να ειπωθούν απο τον Φοίβο των νιογέννητων σκέψεων . Και ψιθυρίζουν τα παλιά λόγια στις τρυφερές ψυχές , γιατί αυτές , οταν αντρωθούν , θα πολεμήσουν τη λησμονιά. Θα μεταλαμπαδευσουν την αρχαία γνώση ,κόντρα στους χειμώνες και στη νάρκη που φέρνουν στους αστερισμούς της Αρκτου , κρατόντας την αφυπνησμένη. Εκεινος που ξέρει να τους διαβάζει δεν χρειάζεται πυξίδα για να βρεί το δρόμο του  στις εποχές των ερήμων . Ανασαίνει τη σοφία που πηγάζει στα όρη που βρυχώνται και σείουν συθέμελα την καθεκυστυία σκοτεινιά .Οι τραγουδιστοί χρησμοί κρατούν την ψυχή επαναστατημένη . Οπως της πρέπει .

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

ο θυμός που γεννά

...Στους δρόμους του ματωμένου αυγερινού , κοίτονται οι σκιές με τα ελαφίσια μάτια. Θυμωμένοι κεραυνοί οι λέξεις που ακύρωσαν τον μύθο. Ξαφνικά μιά εκλαμψη σκέψης , ως δροσιά του πρωινού.Ως καθαρό νερό απο τις αιώνιες πηγές του προαισθήματος.Το ξέρεις αυτό που αρνήσαι να το δεχτεις. Προ'υ'πόθεση κάθε δημιουργίας είναι ο θυμός που γεννά. Είναι μιά επανάσταση απέναντι πρωτα πρωτα στη ψευδαίσθηση . Είναι η ανάγκη γιά αλήθεια . Αλήθεια  θα πει αυτό που δεν παραδόθηκε στη λήθη. Αυτό που δεν έχει  ξεχαστεί . Γιατί ξεχνάς οταν παραιτήσαι απο την χαρά της ύπαρξης . Ξεχνάς όταν αγνοείς το προαισθημα . Αυτό που ειδοποιεί οτι πρέπει ν ' ανασάνεις. Κι αυτή η ανάσα είναι η ψυχή που πάλλεται. Ρυθμικά , σαν μια τεράστια καρδιά. Οπως ο άνεμος που χα'ι'δεύει το φως .Τότε μπορείς ν ' αφουγκραστείς . Τότε θα θυμηθεις . Τότε η αλήθεια θα ' ρθει .Πιό επαναστατική απο ποτέ . Μιά εφηβη ανάσα . Στου κόσμου το γύρισμα μιά βόλτα , όσο κρατά το μεσοδιάστημα απο το χτες στο αύριο . Τώρα θα γίνει  , θα πει η ψυχή  και θα ανατριχιάσουν τα βλέφαρα του αστεριου του πρώτου του σήμερα. Υποχθόνια θεά , σκοτεινή και φωτεινή συνάμα , δίνει το μίτο για να βγείς απο τον λαβύρινθο . Και στο μετά του χρόνου , σου δίνει δώρο τον βόρειο αστερισμό εκει που ξεκουράζονται οι πολεμιστές πριν ξεκινήσουν το ταξίδι τους για την αιώνια μάχη .Οτι κι αν πιστέψεις στο τέλος γκρεμίζεται αν δεν το ' χεις πιστέψει πολύ. Αν έχεις αγνοήσει το αρχέγονο ψιθύρισμα που γεννιέται όταν γεννιέσαι και σε ακολουθεί εσαεί . Εσυ μνήμη , να πληγώσεις τη λήθη που πρώτη σε πλήγωσε . Γιατι η λήθη οταν πληγωθει γινεται αλήθεια...