Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

Τ' ΑΚΡΟΝΥΧΑ ΤΗΣ ΘΥΕΛΛΑΣ


Το κοφτερό ρύγχος του στεναγμού στο σπασμένο ακόντιο των ανέμων. Που φυσούν από όλες τις κατευθύνσεις της σιωπής. Που φέρνει μηνύματα από το βορρά. Που φέρνει μηνύματα από το νότο. Μια ανατολή- χαμένο κύμα στην άβυσσο. Κι ο χρόνος ανεβοκατεβάζει τα πλήκτρα, αργά, εκκωφαντικά σιωπηλός. Ο χρόνος, ανθός που μπουμπούκιασε, που έγινε καρπός. Που κοιμήθηκε στο λευκό για ν’ αναστηθεί στο άλικο. Φωνές ψιθυριστές, οι στιγμές, στο απυρόβλητο της σιωπής. Κι όμως, ξέρω τι νιώθεις. Μακρινή ακτή των ανέμων, σταγόνα καυτή που στέγνωσε στο μάγουλο. Δεν έχει άλλες σταγόνες η βροχή. Το βλέμμα του αγριμιού, αντικαταστάτης ηθοποιός, ενός αναχωρητή πρωταγωνιστή. Σ’ ένα θέατρο που το πήρε η ηχώ, που πλανεύτηκε από τα κάλλη της. Κι από τότε, τριγυρίζει ξυπόλητος μαχητής. Αναστενάρης στ’ αναμμένα κάρβουνα του είναι. Σκισμένο χαρτί σε χιλιάδες κομμάτια η αθιβολή. Οι αναμνήσεις, όσο τις σκίζεις, τόσο πολλαπλασιάζονται. Κάθε κομμάτι, γεννά άλλα. Να περπατήσεις στη φωτιά. Πείθοντας το ‘’ είναι ‘’ των Ερώντων. Πείθοντας το ‘’ είναι’’ του πορφυρού. Πείθοντας το ‘’ είναι’’ του γαλάζιου, που σε κοιτάζει με το αδυσώπητο βλέμμα της γαλήνης. Γαλήνη; Ενώ οι καιροί είναι σε διάταξη μάχης; Ναι. Ο μέγας ταξιάρχης ανοίγει τα φτερά του. Και ‘συ πιάνεσαι από τ’ ακρόνυχα της θύελλας. Όχι για να τη δαμάσεις. Μα για το πέταγμα. Από τη μια σιωπή στην άλλη. Από τη μια άβυσσο στην άλλη.

Η απόσταση από την ελευθερία, είναι όσο μια κραυγή στ’ ακρόνυχα της θύελλας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου